Διαφήμιση
( 3 ψήφοι )
Ευρετήριο Άρθρου
Τεχνολογικό χάσμα και ελλειματική ανάπτυξη
- Καινοτομούν οι ελληνικές επιχειρήσεις;
- Τεχνολογικός μετασχηματισμός και διεθνείς άμεσες επενδύσεις
- Οικονομική προσαρμογή και καινοτομία μετά την κρίση
- Χρηματοδοτούμενα έργα έρευνας και αποτελέσματα καινοτομίας
- Ηλεκτρονική διακυβέρνηση
- Ανοιχτό λογισμικό
- Εθνική ερευνητική πολιτική...
- Η δραστηριότητα ευρεσιτεχνιών
- dot-communism
Όλες οι Σελίδες
Καινοτομούν οι ελληνικές επιχειρήσεις;
Γιάννης Σπανός, επίκουρος καθηγητής στο οικονομικό πανεπιστήμιο Αθηνών Ειρήνη Βουδούρη, επίκουρη καθηγήτρια στο οικονομικό πανεπιστήμιο Αθηνών

Μια σειρά μελέτες επιβεβαιώνουν κάτι που είναι γενικά γνωστό: οι επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας στην καινοτομία είναι φτωχές· οι ελληνικές επιχειρήσεις υστερούν σε καινοτομία. Εύλογα τίθεται το ερώτημα γιατί.
Ξεκινώντας ας δούμε τι εννοούμε με τον όρο καινοτομία. Ενας γενικά αποδεκτός ορισμός είναι ότι πρόκειται για τη δημιουργία και χρήση νέας γνώσης προκειμένου να σχεδιαστεί, αναπτυχθεί και εμπορευματοποιηθεί ένα νέο προϊόν ή υπηρεσία που βρίσκει θετική ανταπόκριση στην αγορά. Επιπλέον, η καινοτομία μπορεί να αφορά τεχνολογίες παραγωγής ή νέες διοικητικές διαδικασίες, για παράδειγμα το μάρκετινγκ ή την εφοδιαστική αλυσίδα. Ανεξάρτητα από το αν αφορά προϊόν, υπηρεσία ή διαδικασία, μια καινοτομία μπορεί να είναι ριζική ή σταδιακή, ανάλογα με το πόσο αλλάζει και απαξιώνει υπάρχουσες ικανότητες της επιχείρησης.

Θα πρέπει να είναι σαφές ότι είναι οι επιχειρήσεις που σε τελευταία ανάλυση καινοτομούν. Από την άλλη όμως μεριά, η δραστηριότητα των επιχειρήσεων επηρεάζεται σε σημαντικό βαθμό από τις σχετικές δημόσιες πολιτικές και την ύπαρξη ενός ευρύτερου πλαισίου, μιας «εθνικής υποδομής» που ενθαρρύνει και υποστηρίζει την άσκηση ρηξικέλευθης δραστηριότητας.

Σε αυτό το πλαίσιο υπάρχουν τρεις, κρίσιμες για την καινοτομία, κατηγορίες δημόσια διαθέσιμων πόρων: 1) η βασική επιστημονική/ τεχνολογική έρευνα, 2) οι χρηματοδοτικοί μηχανισμοί, και 3) το ικανό ανθρώπινο δυναμικό. Επιπρόσθετα, η ποιότητα τωνμηχανισμών διασύνδεσης, των φορέων και θεσμών δηλαδή που λειτουργούν ως γέφυρες ανάμεσα στη δημόσια σφαίρα και στις ιδιωτικές λειτουργίες, είναι συνθήκη καθοριστικής σημασίας για την ανάπτυξη της καινοτομίας. Αν η καινοτομία είναι δημιουργίακαιαξιοποίηση νέας γνώσης, τότε αναμφίβολα θα πρέπει να υπάρχουν μηχανισμοί που διασφαλίζουν την κυκλοφορία της γνώσης από εκεί όπου παράγεται προς τα εκεί όπου μπορεί να αξιοποιηθεί για οικονομικούς σκοπούς. Τι γίνεται στη χώρα μας; Από μια μακροσκοπική θεώρηση, το Εθνικό Σύστημα Καινοτομίας μοιάζει κατακερματισμένο και πάσχον από έλλειψη μιας κοινής συνισταμένης η οποία να κατευθύνει συντονισμένα τη δράση των φορέων που το απαρτίζουν. Κίνητρα και πολιτικές για καινοτομία ασφαλώς υπάρχουν, αξιολογούνται και ανανεώνονται, αλλά η αποτελεσματικότητά τους μειώνεται από την έλλειψη ολοκλήρωσης και εστίασης σε μια ενιαία στρατηγική που περιλαμβάνει ως άξονά της την καινοτομία. Η βασική και εφαρμοσμένη έρευνα χρηματοδοτείται πρωτίστως από το κράτος και την ΕΕ, και
Υπ΄ αυτό το πρίσμα, η ένταση της καινοτομίας σε μια οικονομία είναι συνάρτηση του βαθμού διάδρασης και αλληλοσυμπλήρωσης ανάμεσα στις στρατηγικές των επιχειρήσεων και στις πολιτικές που ασκούνται στη δημόσια σφαίρα. Η δημόσια και η ιδιωτική σφαίρα συναρθρώνονται στο Εθνικό Σύστημα Καινοτομίας, και είναι η μεταξύ τους αλληλεπίδραση που διαμορφώνει το πλαίσιο εντός του οποίου αναπτύσσεται η καινοτομία.
εκτός του ότι οι σχετικές δαπάνες υπολείπονται από το μέσο της ΕΕ, υλοποιείται κυρίως από τα ερευνητικά ιδρύματα και την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Οι επιχειρήσεις υστερούν σε δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης. Επιπλέον, παρ΄ ότι γίνονται σημαντικά βήματα προς την ενίσχυση της διάχυσης της τεχνολογικής γνώσης, τα ερευνητικά αποτελέσματα που προκύπτουν συνήθως δεν αξιοποιούνται καθώς η διασύνδεση της έρευνας με την παραγωγή δεν είναι αυτή που θα έπρεπε να είναι. Το χρηματοδοτικό κεφάλαιο υψηλού κινδύνου ως θεσμός αλλά και ως νοοτροπία προσανατολισμένη προς την ανάληψη κινδύνου δεν είναι επαρκώς ανεπτυγμένο. Το ανθρώπινο κεφάλαιο, ο σημαντικότερος ίσως πόρος του Εθνικού Συστήματος Καινοτομίας, όταν δεν σταδιοδρομεί στο εξωτερικό, απλώς υποαξιοποιείται στην εγχώρια πραγματικότητα. Είναι ανοικτό μεν σε νέες ιδέες, που όμως δεν φθάνουν σε εμπορευματικοποίηση της καινοτομίας.

Σε αυτό το πλαίσιο η τυπική ελληνική επιχείρηση δεν μπορεί εύκολα να καινοτομήσει. Δεν μπορεί γιατί η καινοτομία είναι μια σύνθετη και πολύπλοκη δραστηριότητα που προϋποθέτει αντίστοιχα σύνθετες γνώσεις και ικανότητες οι οποίες κάθε άλλο παρά εύκολο είναι να αναπτυχθούν. Αντίθετα από ό,τι θα περίμενε κανείς, οι ικανότητες αυτές δεν εξαντλούνται στις τεχνολογικές. Αυτές αποτελούν ασφαλώς μια sine qua non προϋπόθεση για καινοτομία. Απαιτούνται όμως επιπλέον και κρίσιμες ικανότητες που αφορούν (κατ΄ ελάχιστον) τόσο την παραγωγική λειτουργία της επιχείρησης όσο και αυτήν του μάρκετινγκ. Η πρώτη διασφαλίζει ότι η επιχείρηση έχει τη δυνατότητα να παραγάγει σε βιομηχανική κλίμακα και στον κατάλληλο χρόνο ένα προϊόν ρηξικέλευθο αλλά και ταυτοχρόνως ασφαλές, ποιοτικό και λειτουργικό και μάλιστα σε ανταγωνιστικό κόστος. Η δεύτερη επιτρέπει στην επιχείρηση να συλλαμβάνει και να επεξεργάζεται τα σήματα της αγοράς και να ενσωματώνει τη γνώση που αποκτά στο ρηξικέλευθο προϊόν, δίνοντάς της επιπλέον τη δυνατότητα να το «τοποθετεί» σωστά σε αντιστοιχία με τις ανάγκες που έρχεται να καλύψει.

Αυτό όμως που κάνει ακόμη πιο δύσκολη την όλη διαδικασία της καινοτομίας στις επιχειρήσεις είναι ότι οι ικανότητες αυτές (τεχνολογικές, παραγωγικές και μάρκετινγκ) θα πρέπει να ενορχηστρώνονται αρμονικά σε ένα ολοκληρωμένο σύνολο, σε αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί ένασύστημα παραγωγής καινοτομίας . Οι επί μέρους διαστάσεις αυτού του συστήματος μπορεί να είναι διαθέσιμες στον ένα ή στον άλλο βαθμό, όχι όμως αναγκαστικά και η «μετα-ικανότητα» ολοκλήρωσής τους σε ένα συντονισμένο όλον. Πρόκειται για μετα-ικανότητα που δημιουργείται σταδιακά, είτε αυτόνομα είτε μέσα από δικτυώσεις και συνεργασίες με άλλες επιχειρήσεις ή/και φορείς, είναι οργανικό απότοκο της ιστορίας και της κουλτούρας της επιχείρησης και ως τέτοια είναι έντονα ιδιοσυγκρασιακή. Με άλλα λόγια, αποτελεί πολύπλοκο παράγωγο μακροχρόνιας ενσυνείδητης και συλλογικής προσπάθειας εστιασμένης στην προοπτική της ανάληψης ρίσκου και του καινοτομείν, όχι εξωτερικό χαρακτηριστικό που αντιγράφεται.

Επιπρόσθετα, η τυπική ελληνική επιχείρηση στο περιβάλλον που λειτουργεί συνήθως στρέφεται προς μια σειρά βηματικών καινοτομιών και δεν προβαίνει σε ριζικές καινοτομίες. Εγκλωβισμένη ανάμεσα σε δύο πηγές ανταγωνιστικών πιέσεων- από τη μια πλευρά, έχει να αντιμετωπίσει τα τεχνολογικά προηγμένα προϊόντα που προέρχονται από τις οικονομίες της Δύσης και, από την άλλη, τα προϊόντα χαμηλού κόστους που προέρχονται από τις αναδυόμενες αγορές της Ανατολής- η ελληνική επιχείρηση δεν έχει να αντιπαραβάλει ένα σαφές ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Η απάντησή της λοιπόν είναι συνήθως μια υβριδική στρατηγική που στοχεύει σε έναν αποδεκτό συνδυασμό κόστους και ποιότητας. Αυτή η στρατηγική εξηγεί την έμφαση στον τεχνολογικό εκμοντερνισμό των παραγωγικών διαδικασιών- για την παραγωγή σε ανταγωνιστικό κόστος και ποιότητα-, όχι όμως και στην επένδυση και δημιουργία ενός μακροχρόνιου συστήματος παραγωγής καινοτομίας. Αυτού του είδους η «υβριδική» στρατηγική όμως, αν και ορθολογική στον βραχυχρόνιο ορίζοντα, είναι μάλλον ανεπαρκής και αδιέξοδη σε μακρά διάρκεια.

Η τυπική ελληνική επιχείρηση θα αντέξει στον χρόνο μόνο στον βαθμό που θα καταφέρει να ενσωματώνει την καινοτομία στη μακροχρόνια λειτουργία της. Καθώς δεν φαίνεται να μπορεί να στηριχθεί στην πρωτογενή έρευνα και ανάπτυξη και στην ενδογενή παραγωγή ριζικής καινοτομίας, θα πρέπει να στοχεύσει συστηματικά στην έγκαιρη αφομοίωση και αξιοποίηση της τεχνολογίας που έχει παραχθεί αλλού και στη δημιουργία σταδιακών καινοτομιών προσαρμοσμένων στις ανάγκες των καταναλωτών και στον τρόπο εξυπηρέτησής τους. Υπ΄ αυτό το πρίσμα η περαιτέρω βελτίωση της ποιότητας των μηχανισμών διασύνδεσης και διάχυσης της τεχνολογικής γνώσης σε διεθνές επίπεδο είναι απαραίτητη και θα πρέπει να υποστηριχθεί από ένα ενιαίο στοχευμένο πλαίσιο δημόσιων πολιτικών προς αυτή την κατεύθυνση.



δημοψήφισμα

Νέα επικαιρότητας: Ποιότητα ή ποσότητα;