Διαφήμιση
( 3 ψήφοι )
Ευρετήριο Άρθρου
Τεχνολογικό χάσμα και ελλειματική ανάπτυξη
- Καινοτομούν οι ελληνικές επιχειρήσεις;
- Τεχνολογικός μετασχηματισμός και διεθνείς άμεσες επενδύσεις
- Οικονομική προσαρμογή και καινοτομία μετά την κρίση
- Χρηματοδοτούμενα έργα έρευνας και αποτελέσματα καινοτομίας
- Ηλεκτρονική διακυβέρνηση
- Ανοιχτό λογισμικό
- Εθνική ερευνητική πολιτική...
- Η δραστηριότητα ευρεσιτεχνιών
- dot-communism
Όλες οι Σελίδες
Τεχνολογικός μετασχηματισμός και διεθνείς άμεσες επενδύσεις
Τάσος Γιαννίτσης, καθηγητής του πανεπιστημίου Aθηνών

Για μια μικρή οικονομία όπως η Ελλάδα και με τις διαρθρωτικές αδυναμίες που χαρακτηρίζουν την τεχνολογική βάση του ελληνικού παραγωγικού συστήματος και πολλών ελληνικών επιχειρήσεων οι διεθνείς άμεσες επενδύσεις θεωρούνται παράγοντας που μπορεί να ενισχύσει τον τεχνολογικό και παραγωγικό μετασχηματισμό, την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της χώρας εγκατάστασης. Θα ήταν λάθος όμως να θεωρηθεί ότι ένα τέτοιο αποτέλεσμα προκύπτει περίπου αυτόματα. Εχει ως προϋπόθεση ότι η ξένη άμεση επένδυση κατ΄ αρχάς υπάρχει (αυτονόητο) και επιπλέον πληροί ορισμένα χαρακτηριστικά όπως:- Αφορά κλάδο παραγωγής έντασης τεχνολογίας.- Αφορά κλάδο παραγωγής προϊόντων ή υπηρεσιών που είναι διεθνώς εμπορεύσιμα, δηλαδή εντάσσονται άμεσα στο παιχνίδι του διεθνούς ανταγωνισμού.- Οδηγεί στη δημιουργία σοβαρών από πλευράς μεγέθους και ικανοτήτων παραγωγικών μονάδων, ανεξάρτητα αν αυτές είναι προσανατολισμένες στην εσωτερική ή στη διεθνή αγορά, αν και μια εξωστρεφής επιχείρηση μπορεί να επεκταθεί πολύ περισσότερο πουλώντας στη διεθνή αγορά, με όλες τις θετικές επιδράσεις για την οικονομία, απ΄ ό,τι αν μείνει περιορισμένη στην εσωτερική αγορά.

Πολλοί θεωρούν ότι η παρουσία τεχνολογικά σύγχρονων επιχειρήσεων σε διάφορους τομείς της παραγωγής ισοδυναμεί με εξειδίκευση μιας χώρας σε πεδία παραγωγής έντασης τεχνολογίας. Λάθος. Προφανώς μια σύγχρονη τεχνολογία στην κλωστοϋφαντουργία ή στα οικοδομικά είδη αποτελεί προϋπόθεση επιβίωσης επιχειρήσεων και κλάδων. Αυτό όμως είναι πολύ διαφορετικό από την ανάπτυξη δραστηριοτήτων που σήμερα θεωρείται ότι ανήκουν στη μεσαία ή μεσαία προς υψηλή τεχνολογία (για να μην αναφερθώ στην υψηλή τεχνολογία) που εξασφαλίζουν μια ιδιαίτερη δυναμική στη θέση και στις επιδόσεις μιας χώρας.

Οι διεθνείς άμεσες επενδύσεις στην πρώτη μεταπολεμική φάση (κατά βάση ως περίπου το 1966-67) είχαν σημαντική επίδραση στον τεχνολογικό και παραγωγικό μετασχηματισμό και στην ανταγωνιστική ικανότητα της ελληνικής οικονομίας καθώς οδήγησαν στη δημιουργία σύγχρονων και ισχυρών μονάδων σε πολλούς βιομηχανικούς κλάδους το βάρος των οποίων ως τότε ήταν ασήμαντο ή και ανύπαρκτο στην ελληνική οικονομία. Ενίσχυσαν επίσης την εξωστρέφεια της ελληνικής οικονομίας, συνέβαλαν στη μετατόπιση των ελληνικών εξαγωγών από τα αγροτικά είδη-πρώτες ύλες στα βιομηχανικά και συνέβαλαν στην ανάπτυξη περισσότερων συμπληρωματικών κλαδικών δραστηριοτήτων.
Ωστόσο ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 ο ρόλος τους στην ελληνική οικονομία από τη σκοπιά του τεχνολογικού και παραγωγικού μετασχηματισμού και της ανταγωνιστικότητας άρχισε να φθίνει.

Απο την άλλη πλευρά, στην περίοδο από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 ως σήμερα υπήρξαν διεθνείς άμεσες επενδύσεις στη χώρα, ορισμένες μάλιστα αρκετά σοβαρές από πλευράς μεγέθους, ανεξάρτητα αν η Ελλάδα υστερούσε συγκριτικά με τρίτες χώρες. Το ερώτημα είναι γιατί, παρ΄ όλα αυτά, δεν διαπιστώνονται τάσεις τεχνολογικής ενίσχυσης στο παραγωγικό μας σύστημα. Οι απαντήσεις στο ερώτημα είναι πολλές και θα επισημάνω τα εξής:

α) Οι τεχνολογικές, θεσμικές και άλλες αδυναμίες του εθνικού παραγωγικού συστήματος καθορίζουν αποφασιστικά και τη φύση και τα χαρακτηριστικά των επενδύσεων (εθνικών και διεθνών) που πραγματοποιούνται σε αυτό. Οπως διαπιστώνεται γενικότερα, οι αδυναμίες της χώρας στον τομέα δημιουργία γνώσης- τεχνολογία- καινοτομία είναι εξαιρετικά έντονες. Οι αδυναμίες αυτές λειτουργούν αποτρεπτικά για επενδύσεις υψηλότερης τεχνολογικής φύσης, ελληνικές και ξένες.

β) Οι διεθνείς επενδύσεις στη χώρα αντανακλούν ορισμένες διεθνείς τάσεις των διεθνών επενδυτικών προτύπων που συνδέονταν με σημαντικές διαφορές στα τεχνολογικά χαρακτηριστικά και στις οικονομικές επιδράσεις τους στη χώρα εγκατάστασης σε σύγκριση με προγενέστερες περιόδους και τα χαρακτηριστικά αυτά επηρεάζουν τη φύση των μονάδων που ιδρύονται. Ετσι:

- Διεθνείς άμεσες επενδύσεις στον βιομηχανικό τομέα (και σε άλλους τομείς) γίνονται σε πολύ μεγαλύτερη έκταση με τη μορφή της εξαγοράς ή απορρόφησης (mergers & acquisitions) και πολύ λιγότερο με την ίδρυση εξ υπαρχής νέων μονάδων (greenfield investments). Στην Ελλάδα σημαντικός αριθμός βιομηχανικών επιχειρήσεων εξαγοράστηκε από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 ως σήμερα από διεθνείς επιχειρήσεις. Με βάση στοιχεία της UΝCΤΑD, το 28% περίπου των εισροών ξένων άμεσων επενδύσεων στην Ελλάδα αφορούσε εξαγορές και συγχωνεύσεις. Ορισμένες από τις εξαγορές αυτές αφορούσαν και προβληματικές ή δημόσιες επιχειρήσεις που ιδιωτικοποιήθηκαν. Η εξέλιξη αυτή ενίσχυσε την ανταγωνιστική ικανότητα των μονάδων που εξαγοράστηκαν και του κλάδου όπου αυτές ανήκαν, δεν οδήγησε όμως σε ποιοτικές μεταβολές του παραγωγικού και ανταγωνιστικού μοντέλου της χώρας.

- Σημαντικό τμήμα των διεθνών άμεσων επενδύσεων, διεθνώς και στην Ελλάδα, κατευθύνεται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ΄ ό,τι στο παρελθόν στον τομέα των υπηρεσιών και εξαιρετικά λιγότερο στη βιομηχανία. Οι υπηρεσίες αποτελούν όμως ένα σύνολο τεχνολογικά εξαιρετικά ετερογενών δραστηριοτήτων (από απλό εμπόριο, πολυκαταστήματα και τουρισμό ως software, τηλεπικοινωνίες κτλ.). Στην Ελλάδα έχουν συντελεστεί σημαντικές ανακατατάξεις και αλλαγές στην αγορά ως αποτέλεσμα τέτοιων επενδύσεων (π.χ., σουπερμάρκετ, πολυκαταστήματα), ενώ σημειώνονται και πολλές νέες επενδύσεις (ή εξαγορές) στους τομείς του τουρισμού, του εμπορίου, της διαφήμισης, των ασφαλειών, στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Αυτές όμως συντελούνται σε υπηρεσίες μέσου τεχνολογικού χαρακτήρα και όχι σε κλάδους υπηρεσιών υψηλότερης τεχνολογικής έντασης. Εξαίρεση στη διαπίστωση αυτή αποτελούν οι διεθνείς επενδύσεις στον τομέα της κινητής τηλεφωνίας. Γενικότερα ο τομέας των τηλεπικοινωνιών αποτέλεσε και στην Ελλάδα, όπως και διεθνώς, πόλο έλξης ξένου και ελληνικού επενδυτικού κεφαλαίου, όχι μόνο στην κινητή τηλεφωνία.

- Οι πιο σημαντικές διεθνείς επενδύσεις στη χώρα από τη σκοπιά του όγκου της επένδυσης στην περίοδο μετά το 1974 κατευθύνθηκαν σε τομείς υποδομών που στο παρελθόν ανήκαν στον κρατικό τομέα αλλά που διεθνώς μέσα από διαδικασίες ανοίγματος των αγορών άρχισαν να περνούν και στον ιδιωτικό επιχειρηματικό τομέα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιων ξένων άμεσων επενδύσεων είναι το αεροδρόμιο των Σπάτων, το Ρίο- Αντίρριο, το φυσικό αέριο κτλ. - Ενα σημαντικό τμήμα ξένων επενδύσεων εισέρρευσε στην ελληνική οικονομία με τη μορφή επενδύσεων χαρτοφυλακίου, συνήθως μέσω Χρηματιστηρίου, για συμμετοχή είτε στο κεφάλαιο δημόσιων επιχειρήσεων (ΔΕΗ, ΟΤΕ κτλ.) είτε στο κεφάλαιο ιδιωτικών επιχειρήσεων που έχουν εισαχθεί στο Χρηματιστήριο.

Οι μεταβολές αυτές στο επενδυτικό πρότυπο των διεθνών άμεσων επενδύσεων και η συγκέντρωσή τους κυρίως στις υπηρεσίες ή σε μεγάλα έργα υποδομής είχαν ως συνέπεια ότι ενίσχυσαν την παραγωγικότητα του κλάδου στον οποίο συγκεντρώθηκαν ή και γενικότερα της οικονομίας (περίπτωση τηλεπικοινωνιών ή και μεγάλων υποδομώναεροδρόμιο, γέφυρα Ρίο).
Η εξαγορά επίσης βιομηχανικών επιχειρήσεων οδήγησε σε αυξημένη ανταγωνιστικότητα της επιχείρησης που εξαγοράζεται, στο μέτρο που ο πολυεθνικός χαρακτήρας συνδέεται με μεγαλύτερη εμπειρία, διεθνή δικτύωση, συμφωνίες προμηθειών με ευνοϊκότερους όρους, τεχνολογικές γνώσεις και καλύτερο μάνατζμεντ. Πολλές ελληνικές επιχειρήσεις χωρίς μια τέτοια αλλαγή θα είχαν σήμερα κλείσει.

Επενδύσεις αυτού του τύπου όμως είναι σημαντικές αλλά δεν αρκούν για να υποκινήσουν έναν μετασχηματισμό προς κλάδους υψηλότερης τεχνολογικής έντασης, όπως αυτοί που σήμερα αναδεικνύονται συνεχώς στο πεδίο του παγκόσμιου ανταγωνισμού και προωθούν πιο δυναμικά την ανάπτυξη. Η μακροχρόνια αδυναμία μετάβασης της παραγωγής σε δραστηριότητες ισχυρότερης τεχνολογικής έντασης επηρεάζει περιοριστικά την ανταγωνιστικότητα της χώρας συνολικά αλλά και σε μεγάλο φάσμα κλάδων. Πρόσφατη ανάλυση (Τ. Γιαννίτσης, Στ. Ζωγραφάκης, Ι. Καστέλλη, Δ. Μαυρή, «Ανταγωνιστικότητα και τεχνολογία στην Ελλάδα») διαπιστώνει ότι στην Ελλάδα σε έναν μεγάλο χρονικό ορίζοντα έχουμε τον πιο αργό τεχνολογικό και παραγωγικό μετασχηματισμό σε σύγκριση με άλλες ανάλογες χώρες της ΕΕ, ότι η χώρα υστερεί σήμερα εξαιρετικά επικίνδυνα στο πεδίο της τεχνολογικής ανταγωνιστικότητας (και της ανταγωνιστικότητας γενικότερα) απέναντι σε πολλές ανάλογες χώρες και ότι αυτό έχει πολύ κρίσιμες και πολύμορφες συνέπειες για τις επιδόσεις της οικονομίας μας.



δημοψήφισμα

Νέα επικαιρότητας: Ποιότητα ή ποσότητα;