Διαφήμιση
( 3 ψήφοι )
Ευρετήριο Άρθρου
Τεχνολογικό χάσμα και ελλειματική ανάπτυξη
- Καινοτομούν οι ελληνικές επιχειρήσεις;
- Τεχνολογικός μετασχηματισμός και διεθνείς άμεσες επενδύσεις
- Οικονομική προσαρμογή και καινοτομία μετά την κρίση
- Χρηματοδοτούμενα έργα έρευνας και αποτελέσματα καινοτομίας
- Ηλεκτρονική διακυβέρνηση
- Ανοιχτό λογισμικό
- Εθνική ερευνητική πολιτική...
- Η δραστηριότητα ευρεσιτεχνιών
- dot-communism
Όλες οι Σελίδες
Οικονομική προσαρμογή και καινοτομία μετά την κρίση
Αντώνης Μ.Μπαρτζώκας, αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα οικονομικών επιστημών του πανεπιστήμιου Αθηνών και professorial fellow at united nations university-merit

Πριν από δέκα χρόνια το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είχε υιοθετήσει ένα φιλόδοξο σχέδιο για την ανάπτυξη της ευρωπαϊκής οικονομίας: τη στρατηγική της Λισαβόνας για την οικονομική μεγέθυνση, με έμφαση στην καινοτομία και στην κοινωνική συνοχή. Το εν λόγω σενάριο πολιτικής γρήγορα εμπλουτίστηκε με προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον σχεδιασμό των μεταρρυθμίσεων και τους ποσοτικούς στόχους της αύξησης των δαπανών Ερευνας και Ανάπτυξης των κρατών-μελών. Ωστόσο στην πράξη σημειώθηκαν σημαντικές αποκλίσεις στην ταχύτητα υιοθέτησης και στην αποτελεσματικότητα εφαρμογής αυτών των προτάσεων.

Δέκα χρόνια αργότερα, η ευρωπαϊκή οικονομία αναζητεί διαδικασίες εξόδου από την οικονομική κρίση. Τόσο η βεβαιότητα της διατηρήσιμης οικονομικής μεγέθυνσης όσο και η ρητορεία της επωφελούς για όλους αναπτυξιακής συνταγής τέθηκαν εκ των πραγμάτων σε αμφισβήτηση. Η Ευρώπη δοκιμάστηκε από μιαν εξωγενή οικονομική κρίση, η εξέλιξη της οποίας ανέδειξε τόσο τα δομικά προβλήματα της ευρωπαϊκής οικονομίας όσο και τα όρια της στρατηγικής της Λισαβόνας, σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης. Αλλωστε κατά την πρώτη φάση διαχείρισης της οικονομικής κρίσης οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έδωσαν προτεραιότητα στη μεταφορά πόρων για τη στήριξη των αγορών κεφαλαίων, ενώ έθεσαν σε δεύτερη μοίρα τις πολιτικές τεχνολογικής ανάπτυξης.

Πρόσφατα στοιχεία δείχνουν ότι οι μεγάλες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις ακολούθησαν αντικυκλικές στρατηγικές κατά τη διάρκεια της κρίσης, διατήρησαν αμείωτες τις δαπάνες για έρευνα και τεχνολογία και σήμερα επιδιώκουν την ενίσχυση του ρόλου τους στις διεθνείς αγορές. Αντίθετα, οι μικρές επιχειρήσεις και η είσοδος νέων επιχειρηματιών σε κλάδους υψηλής τεχνολογίας υφίστανται τις συνέπειες της επιδείνωσης των συνθηκών πρόσβασης στις αγορές κεφαλαίων για τη χρηματοδότηση νέων επενδύσεων. Μηνιαίες κυλιόμενες εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής πιστοποιούν ότι οι κλάδοι μέσης τεχνολογικής συνθετότητας, τόσο στη μεταποίηση όσο και στις υπηρεσίες, θα αντιμετωπίσουν οξυμμένα προβλήματα προσαρμογής κατά την έξοδο από την κρίση. Τα δεδομένα αυτά και η γενικότερη πρόκληση για την αύξηση της παραγωγικότητας των ευρωπαϊκών οικονομιών επιβάλλουν την επανεκτίμηση των μέτρων πολιτικής για την τεχνολογική αναδιάρθρωση της πραγματικής οικονομίας.
Καθώς βελτιώνεται το επιχειρηματικό κλίμα και διαφαίνονται προοπτικές οικονομικής ανάκαμψης, επανέρχονται στο προσκήνιο οι απόψεις των υποστηρικτών της στρατηγικής της Λισαβόνας για τη θετική συμβολή που θα μπορούσαν να έχουν η ενδυνάμωση της καινοτομικής δυναμικής και η υιοθέτηση στοχευμένων μέτρων τεχνολογικής πολιτικής στην ευρωπαϊκή οικονομία. Τους τελευταίους μήνες έχουν διαμορφωθεί δύο σχολές σκέψης σε αυτή την κατεύθυνση. Η πρώτη αναφέρεται στο «ευρωπαϊκό παράδοξο» της χαμηλής αποτελεσματικότητας των επενδύσεων σε έρευνα και γνώση. Για τους θιασώτες αυτής της άποψης, η κρίση είναι μια ευκαιρία για τον συνολικό επανασχεδιασμό των μέτρων πολιτικής για το ανθρώπινο κεφάλαιο, τη γνώση και την τεχνολογία στην Ευρωπαϊκή Ενωση, ώστε να επιτευχθεί καλύτερος συντονισμός των επενδύσεων, να περιοριστούν οι επικαλύψεις και να αξιοποιηθούν τα ευεργετικά αποτελέσματα της διάχυσης τεχνολογιών. Η δεύτερη σχολή σκέψης υπογραμμίζει τον δομικό χαρακτήρα της «ευρωπαϊκής υστέρησης» στον χώρο της έρευνας και τεχνολογίας. Σύμφωνα με τους υποστηρικτές αυτής της επιχειρηματολογίας, η ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας και η έξοδος από την κρίση θα πρέπει πρωτίστως να αντιμετωπίσουν την επιδείνωση των συνθηκών πρόσβασης στις αγορές κεφαλαίων, την ποιότητα των επενδύσεων και τη διαχρονική υστέρηση της παραγωγικότητας στον χώρο των υπηρεσιών.

Σε κάθε περίπτωση, ως σήμερα τουλάχιστον, οι όποιες πρωτοβουλίες λαμβάνονται σε εθνικό επίπεδο εστιάζουν κυρίως στα περιβαλλοντικά προβλήματα και επηρεάζονται καθοριστικά από τα προβλήματα διαχείρισης του χρέους και των ελλειμμάτων που έχουν συσσωρεύσει τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Για τον λόγο αυτόν, στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας, με τις γνωστές μακροοικονομικές ανισορροπίες και τον επείγοντα χαρακτήρα του υπό εκπόνηση προγράμματος προσαρμογής, η τρέχουσα συζήτηση για τον σχεδιασμό τεχνολογικής πολιτικής κινδυνεύει να αποκτήσει ακαδημαϊκό χαρακτήρα και να εκτοπισθεί από τον κατάλογο προτεραιοτήτων της οικονομικής πολιτικής. Το ενδεχόμενο αυτό θα μπορούσε τελικά να υποσκάψει τις προοπτικές ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας.

Για να μην εγκλωβιστεί η ελληνική οικονομία σε μια μακροχρόνια παγίδα τεχνολογικής στασιμότητας, στα υπό εξέταση μέτρα διαρθρωτικής πολιτικής θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν ρεαλιστικές και άμεσα υλοποιήσιμες προτεραιότητες στο πεδίο της καινοτομίας και της τεχνολογικής πολιτικής. Ο πρώτος που οφείλει να καινοτομήσει είναι το κράτος και οι υπηρεσίες του. Σε συνθήκες οικονομικής κρίσης αναδεικνύεται ο σημαντικός ρόλος των καινοτομιών στον σχεδιασμό και στην υλοποίηση μέτρων κοινωνικής πολιτικής. Είναι γνωστές οι αρνητικές επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στα νοικοκυριά χαμηλού και μέσου εισοδήματος των αστικών κέντρων. Για την αντιμετώπιση της σημαντικής απώλειας εισοδήματος και της αποδυνάμωσης της κοινωνικής συνοχής θα πρέπει να αποτελέσει επείγουσα προτεραιότητα η εισαγωγή ρηξικέλευθων μέτρων πολιτικής αναφορικά με τις βασικές ανάγκες των νοικοκυριών (ποιότητα συνθηκών διαβίωσης, ιδιωτικές δαπάνες για υγεία και εκπαίδευση, οργάνωση τοπικών κοινωνιών), με έμφαση στην εξοικονόμηση πόρων, στη διάχυση εφαρμογών πληροφορικής και στην εισαγωγή περιβαλλοντικών τεχνολογιών.

Ολες οι εκτιμήσεις συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι η χαμηλή απόδοση του ανθρώπινου κεφαλαίου στην ελληνική οικονομία θα τροφοδοτήσει περαιτέρω την αύξηση της ανεργίας κατά την επόμενη διετία. Η εξέλιξη αυτή θα πρέπει να αντιμετωπισθεί άμεσα με ριζικές καινοτομίες στο εκπαιδευτικό σύστημα και στην ερευνητική πολιτική, σε συνδυασμό με συμπληρωματικές πολιτικές στην αγορά εργασίας.
Η απουσία ρυθμιστικών κανόνων σε αγορές νέων παραγωγικών δραστηριοτήτων επιτείνει τη στασιμότητα της επενδυτικής δραστηριότητας και υποσκάπτει κάθε προσπάθεια τεχνολογικής αναβάθμισης του παραγωγικού συστήματος. Το πρόγραμμα διαρθρωτικών αλλαγών της ελληνικής οικονομίας θα πρέπει να ενσωματώσει εξαρχής μια εξειδικευμένη τεχνολογική διάσταση, διαμορφώνοντας το πλαίσιο και τις συντεταγμένες για την ανάπτυξη νέων αγορών και τη στοχευμένη ενίσχυση επενδυτικών πρωτοβουλιών στην ενέργεια, στις μεταφορές και στις επιστημονικές εφαρμογές. Οι διαφαινόμενες αλλαγές στα κριτήρια λήψης αποφάσεων στις αγορές κεφαλαίων οδηγούν σε επιδείνωση των συνθηκών πρόσβασης των επιχειρήσεων σε δανειακά κεφάλαια. Τα νέα δεδομένα επιβάλλουν τον επανασχεδιασμό των εθνικών και κοινοτικών επιδοτήσεων της επενδυτικής δραστηριότητας, με έμφαση στην ενίσχυση του συμπληρωματικού χαρακτήρα των κινήτρων και προτεραιότητα τη βελτίωση της ποιότητας των επενδύσεων σε γνώση και τεχνολογία.

Τέλος, η ενίσχυση της τεχνολογικής αναβάθμισης και της εξωστρέφειας των παραγωγικών μονάδων που αποδεδειγμένα διαθέτουν περιθώρια αύξησης της παραγωγικότητας και της προστιθέμενης αξίας θα πρέπει να οργανωθεί σε συνδυασμό με τη συστηματική παρακολούθηση και την ευρεία δημοσιοποίηση των προκλήσεων που αντιμετωπίζει μεσοπρόθεσμα η εγχώρια επιχειρηματική δραστηριότητα σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον.
Είναι κοινά αποδεκτό ότι οι οικονομικές κρίσεις είναι ένα συχνό φαινόμενο στην εξέλιξη της παγκόσμιας οικονομίας. Ο κίνδυνος που ελλοχεύει στην ελληνική περίπτωση είναι ο εγκλωβισμός στη βραχυπρόθεσμη διαχείριση των μακροοικονομικών ανισορροπιών. Πολλές οικονομίες βγαίνουν από παρόμοια επεισόδια με χαμηλότερο επίπεδο εθνικού εισοδήματος και προσπαθούν να ξανακερδίσουν το χαμένο έδαφος. Αλλά οι πραγματικά χαμένοι είναι αυτοί που φθάνουν στη φάση της ανάκαμψης φορτωμένοι με βαρίδια, με χαμηλή παραγωγικότητα και ξεπερασμένα «αναπτυξιακά μοντέλα». Οι προτεραιότητες πολιτικής που αναμένεται να αποσαφηνιστούν στους αμέσως επόμενους μήνες θα καθορίσουν εν πολλοίς κατά πόσον η ελληνική οικονομία θα μπορέσει να ακολουθήσει μια τροχιά αποδέσμευσης από την προαναφερθείσα κατηγορία.

δημοψήφισμα

Νέα επικαιρότητας: Ποιότητα ή ποσότητα;