Διαφήμιση
( 3 ψήφοι )
Ευρετήριο Άρθρου
Τεχνολογικό χάσμα και ελλειματική ανάπτυξη
- Καινοτομούν οι ελληνικές επιχειρήσεις;
- Τεχνολογικός μετασχηματισμός και διεθνείς άμεσες επενδύσεις
- Οικονομική προσαρμογή και καινοτομία μετά την κρίση
- Χρηματοδοτούμενα έργα έρευνας και αποτελέσματα καινοτομίας
- Ηλεκτρονική διακυβέρνηση
- Ανοιχτό λογισμικό
- Εθνική ερευνητική πολιτική...
- Η δραστηριότητα ευρεσιτεχνιών
- dot-communism
Όλες οι Σελίδες
Η δραστηριότητα ευρεσιτεχνιών
Ελληνες ιδιώτες και αλλοδαπές επιχειρήσεις οι δικαιούχοι των ευρεσιτεχνιών
Δρ Μαρία Μαρκάτου, διδάκτωρ οικονομικού τμήματος του πανεπιστημίου Αθηνών

H συζήτηση γύρω από το θέμα της οικονομικής ανάπτυξης-μεγέθυνσης είναι πάντα επίκαιρη. Η βιώσιμη και διατηρήσιμη δημιουργία πλούτου, με αποτέλεσμα τη βελτίωση της ποιότητας ζωής και την αύξηση του επιπέδου διαβίωσης, ήταν, είναι και θα είναι πάντα εθνικός στόχος. Σε αυτόν τον στόχο, ειδικά στο σημερινό παγκοσμιοποιημένο οικονομικό περιβάλλον, η καινοτομία διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο. Η ανάπτυξη-μεγέθυνση λοιπόν με έμφαση στην καινοτομία είναι το ζητούμενο. Οι ευρεσιτεχνίες εκφράζουν έναν από τους τρόπους προσέγγισης της καινοτομίας, γιατί αποτελούν το άμεσο προϊόν των δραστηριοτήτων Ε&Α (έρευνας και ανάπτυξης), οι οποίες πραγματοποιούνται από επιχειρήσεις, αλλά όχι μόνο. Ειδικά όμως στο επιχειρησιακό επίπεδο, οι ευρεσιτεχνίες αναπτύσσονται με στόχο το «κέρδος» και αποτελούν ένδειξη για τα εν δυνάμει νέα προϊόντα και τις νέες διαδικασίες που θα εισαχθούν στην αγορά.

Ποιες είναι λοιπόν οι επιδόσεις της Ελλάδας σε αυτόν τον τομέα; Οι ευρεσιτεχνίες στην Ελλάδα κατοχυρώνονται κυρίως από έλληνες ιδιώτες και αλλοδαπές επιχειρήσεις. Περίπου το 50% των αλλοδαπών επιχειρήσεων ανήκει σε μητρικές ή θυγατρικές ομίλων πολυεθνικών επιχειρήσεων οι οποίες προέρχονται από τις ΗΠΑ και λίγες ευρωπαϊκές χώρες. Οι επιχειρήσεις αυτές δραστηριοποιούνται κυρίως στην «παραγωγή χημικών ουσιών και προϊόντων» και αναπτύσσουν ευρεσιτεχνίες οι οποίες σχετίζονται με «διάφορα ιατρικά παρασκευάσματα και είδη καθημερινής φροντίδας».
Μόνο το 15% περίπου του συνόλου των ευρεσιτεχνιών προέρχεται από ελληνικές επιχειρήσεις, οι δραστηριότητες των οποίων συγκεντρώνονται σε λίγους κλάδους (π.χ. κατεργασία προϊόντων αλουμινίου, μηχανήματα συσκευασίας και επεξεργασίας μετάλλων, πλαστικά εξαρτήματασωλήνες, φάρμακα-λιπάσματα και λοιπά είδη διατροφής). Παράλληλα καταγράφεται και ένα σχετικά σημαντικό μερίδιο επιχειρήσεων (17%) οι οποίες αναπτύσσουν ευρεσιτεχνίες αν και ασχολούνται με μη μεταποιητικές δραστηριότητες. Οι επιχειρήσεις είναι σε γενικές γραμμές μικρές σε μέγεθος και προωθούν τα προϊόντα τους στο εξωτερικό, κυρίως στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, με διαφορετική όμως ένταση.

Για έναν αρκετά μικρό αριθμό ελληνικών επιχειρήσεων η ανάπτυξη ευρεσιτεχνιών γίνεται με έναν πιο «επίμονο» και συστηματικό τρόπο, δηλαδή καταγράφεται σε αυτές μεγάλη εφευρετική δραστηριότητα. Τα βασικά χαρακτηριστικά αυτών των επιχειρήσεων ποικίλλουν, ακόμη και μεταξύ αυτών που δραστηριοποιούνται στον ίδιο κλάδο. Σε γενικές γραμμές ωστόσο οι «επίμονοι» δικαιούχοι είναι μικρές και νέες σε ηλικία επιχειρήσεις, αλλά και μεγάλες και εδραιωμένες στον κλάδο και στην Ελλάδα. Ενδεικτικά, λοιπόν, στην ομάδα των «επίμονων» δικαιούχων στις «ηλεκτρικές μηχανές και συσκευές», στην πλειονότητά τους οι επιχειρήσεις έχουν πολύ μικρό μέγεθος, είναι αρκετά νέες σε ηλικία και χαρακτηρίζονται από μεγάλα ποσοστά εξαγωγών σε πολλές και διαφορετικές περιοχές. Παράλληλα οι επιχειρήσεις τείνουν να κατοχυρώνουν στο εξωτερικό, ενώ φαίνεται ότι η κατοχύρωση της πρώτης ευρεσιτεχνίας συμπίπτει χρονικά με την ίδρυση επιχείρησης, δηλαδή η έναρξη επιχειρηματικής δραστηριότητας αποσκοπεί στην παραγωγική αξιοποίηση της ευρεσιτεχνίας.

Αυτά είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της δραστηριότητας ευρεσιτεχνιών στην Ελλάδα. Σε μια Ελλάδα όπου οι μη μεταποιητικές δραστηριότητες συνεισφέρουν πολύ στη συνολική προστιθέμενη αξία και μόνο το 2% σχετίζεται με τη μεταποίηση υψηλής-μεσαίας τεχνολογίας. Σε μια Ελλάδα όπου οι εξαγωγές σε κλάδους της μεταποίησης με χαμηλή και μεσαία προς χαμηλή τεχνολογία είναι το κύριο χαρακτηριστικό της χώρας. Σε μια Ελλάδα όπου η ακαθάριστη εγχώρια και επιχειρησιακή δαπάνη για Ε&Τ είναι πολύ μικρή, η οποία χρηματοδοτείται και εκτελείται από δημόσιους φορείς κατά 50%. Σε μια Ελλάδα όπου οι ελληνικές αιτήσειςχορηγήσεις ευρεσιτεχνιών στα Γραφεία της Ευρώπης και των ΗΠΑ είναι πολύ λίγες και όπου μόνο στο 35% των ελληνικών επιχειρήσεων καταγράφεται κάποια ρηξικέλευθη δραστηριότητα την περίοδο 2002-2004 (17η θέση σε σύνολο 29 χωρών).

Πώς όμως συνδέεται η παραπάνω ελληνική πραγματικότητα με τα βασικά χαρακτηριστικά της δραστηριότητας ευρεσιτεχνιών; Εστιάζουμε την προσοχή μας σε τέσσερα σημεία.
Πρώτον, η μεγάλη εκπροσώπηση των ελλήνων ιδιωτών σημαίνει ότι ένα μεγάλο τμήμα των εγχώριων δραστηριοτήτων
Ε&Α είναι «ιδιωτικής» φύσης, άτυπες ερευνητικές δραστηριότητες, των οποίων τη μετέπειτα εξέλιξη αγνοούμε, αλλά και δεν μπορούμε να μετρήσουμε. Το μέλλον αυτών των ευρεσιτεχνιών είναι κάθε άλλο παρά εξασφαλισμένο, γεγονός που αμφισβητεί και την ίδια την «αξία» τους. Ας μην ξεχνούμε άλλωστε ότι πιθανά αυτές οι ευρεσιτεχνίες δεν θα αξιοποιηθούν περαιτέρω στη βιομηχανία, εκτός και αν οι ίδιοι οι ιδιώτες αναλάβουν το κόστος ανάπτυξης και προώθησης αλλά και τη συνολική διαδικασία εφαρμογής τους.
Δεύτερον, η μεγάλη εκπροσώπηση των αλλοδαπών επιχειρήσεων ερμηνεύεται με πολλούς τρόπους. Οι αλλοδαπές επιχειρήσεις κατοχυρώνουν σε μιαν άλλη χώρα αν αυτή διαθέτει μιαν ελκυστική εσωτερική αγορά, αν θεωρείται μια «παγκόσμια», τεχνολογική ή ανοικτή αγορά στη διεθνή αξιοποίηση της τεχνολογίας και αν αποτελεί έναν σημαντικό ανταγωνιστή σε παγκόσμιο επίπεδο. Πέρα όμως από τους παραπάνω λόγους, η ισχυρή παρουσία των αλλοδαπών επιχειρήσεων επιχειρήσεις παράγουν μεν νέα γνώση, αυτή όμως ή δεν μπορεί να ιδιοποιηθεί μέσω των ευρεσιτεχνιών ή προστατεύεται αλλιώς ή απλά δεν προστατεύεται (π.χ. έλλειψη πληροφόρησης).
Τρίτον, η πολύ μικρή εκπροσώπηση των ελληνικών επιχειρήσεων αλλά και τα βασικά τους οικονομικά χαρακτηριστικά απλά επιβεβαιώνουν τόσο τις διάφορες ευρωπαϊκές στατιστικές όσο και τις σχετικές μελέτες (π.χ. ΓΓΕΤ). Ας μην ξεχνούμε άλλωστε ότι οι επιχειρησιακές ερευνητικές δραστηριότητες ανέρχονται στο 0,18% του ΑΕΠ και είναι από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη των 27. Λίγες λοιπόν είναι οι ελληνικές επιχειρήσεις που αναπτύσσουν ευρεσιτεχνίες και αυτό σημαίνει δύο πράγματα: Οι επιχειρήσεις δεν παράγουν νέα γνώση και συνεπώς δεν τίθεται θέμα κατοχύρωσης. Εναλλακτικά οι ίδρυσή της από τους ιδιοκτήτες της. Η αναλογία αυτή γίνεται μία στις πέντε για τους «επίμονους» δικαιούχους. Αυτό το εύρημα συνδέεται με τη μεγάλη εκπροσώπηση των ελλήνων ιδιωτών. Οι πρώτες ενδείξεις δείχνουν ότι πολλοί από αυτούς δεν είναι απλοί ιδιώτες, αλλά εργαζόμενοι-ιδιοκτήτες επιχειρήσεων ή αυτοαπασχολούμενοι επιχειρηματίες, οι οποίοι κατοχυρώνουν σε κάποιο όνομα ιδιώτη και όχι στην επωνυμία της επιχείρησης. Υπάρχει δηλαδή «κρυμμένη» επιχειρηματικότητα. Το ερώτημα είναι πόση είναι και γιατί υπάρχει.
Τέταρτον, οι παραγωγικές δραστηριότητες των επιχειρήσεων φαίνεται ότι αποτελούν μια μικρογραφία της συνολικής ελληνικής πραγματικότητας. Οι κλάδοι που σχετίζονται με τις «κατασκευές», τον αγροτικό τομέα («αγροχημικά-λιπάσματα») και την «παραγωγή φαρμάκων» είναι οι πλέον σημαντικοί. Το θετικό σε αυτό το εύρημα είναι ότι οι περισσότεροι κλάδοι είναι ταχείας κυρίως και μέσης ανάπτυξης, όπου καταγράφονται και οι μεγαλύτεροι δείκτες παραγωγής. Το αρνητικό αφορά το γεγονός ότι οι ίδιοι κλάδοι χαρακτηρίζονται ως «μεσαίας-χαμηλής» και «χαμηλής τεχνολογίας» σύμφωνα με σχετικά στοιχεία του ΟΟΣΑ.

Κλείνοντας, κάποιος θα αναρωτηθεί αν υπάρχουν αισιόδοξα μηνύματα. Πιστεύουμε πως ναι. Για μία στις δέκα επιχειρήσεις η κατοχύρωση της πρώτης ευρεσιτεχνίας αποτέλεσε το κίνητρο για την υπονοεί και επιβεβαιώνει την εξάρτηση της χώρας από την ξένη τεχνολογία.



δημοψήφισμα

Νέα επικαιρότητας: Ποιότητα ή ποσότητα;