( 1 ψήφος )

greek technologyΥπάρχει η αφορμή του Nέου Έτους. Υπάρχει η τρέχουσα οικονομική κατάσταση που μας φέρνει ενώπιος ενωπίω με τις στρεβλές αντιλήψεις και τακτικές (που εν πολλοίς είναι και αιτία της κατάστασης) και επιτάσσει  / επιβάλλει την αλλαγή σε όλα όσα μέχρι σήμερα θεωρούνταν δεδομένα. Μοναδικός στόχος να επικρατήσει το “αυτονόητο” –λες και αυτό χρειάζονταν “εξωτερικούς παράγοντες” για να επιβληθεί.

Υπάρχουν αφορμές να σκεφτείς πώς είναι σήμερα η κατάσταση στην αγορά της Τεχνολογίας Πληροφορικής και Επικοινωνιών. Προσωπικά τις βρίσκω –συγκυριακά–  σε παράλληλη τροχιά με την ίδια τη χώρα: έχει ολοκληρώσει έναν (μεγάλο) κύκλο και πρέπει να επαναπροσδιορίσει την πορεία της, τους στόχους της, τις μεθόδους που θα τους επιτύχει, το ρόλο που θέλει να παίξει στο ευρύτερο πλαίσιο της οικονομίας, τα προϊόντα που παράγει..., τα πάντα!

Η αρχή του κύκλου
Ο κύκλος άνοιξε στα μέσα της δεκαετίας του 1980 -με την εισαγωγή προσωπικών υπολογιστών και την συγγραφή λογιστικών πακέτων. Μοναδικός στόχος, η “ποσότητα”: πόσα PCs πούλησε ο καθένας, πόσα πακέτα εγκατέστησε ο καθένας. Οι εταιρίες στόχευαν σε ένα και μόνο πράγμα: την προσέλκυση πελατών. Που είναι μεν ο πρώτος στόχος κάθε εταιρίας, αλλά –για τις εταιρίες τεχνολογίας– δεν μπορεί να είναι ο μόνος στόχος. Τα “περισσότερα PCs” δημιούργησαν τους “παντοπώλες της Συγγρού”, όπως εξαιρετικά εύστοχα, είχε γράψει ο αείμνηστος Δημήτρης Χάρισμας, σε κάποιο τεύχος του OPEN Newsletter. Και τους “μεταπωλητές πακέτων” θα μπορούσε να προσθέσει κάποιος.

“Λεφτά υπάρχουν”!
Όταν τα PCs γέμισαν τη χώρα, όταν τα πακέτα έκαναν τον κύκλο τους, οι εταιρίες άρχισαν να κοιτάζονται μεταξύ τους. Τότε, αρχές-μέσα του 1990 εμφανίστηκαν κάποια άλλα “πακέτα”, αυτά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που στόχευαν στον εκσυγχρονισμό της ελληνικής κοινωνίας. Bέβαια, η ελληνική αγορά ΤΠΕ –όπως και άλλες αγορές, αλλιώς “είδε τη δουλειά”. Είδε “χρήματα για έργα” που αφορούσαν κυρίως το Δημόσιο, στο οποίο επικρατούσαν οι γνωστές σε όλους διαδικασίες και έστησε σύστημα “απορρόφησης κονδυλίων”. Αφού “λεφτά υπάρχουν”, ας πιέσουμε τους φορείς να προδιαγράψουν / προκηρύξουν  έργα και εμείς θα τα υλοποιήσουμε...

Τίνι τρόπo; Διαμορφώνοντας “εταιρίες” με εμπειρία σε “έργα Δημοσίου” (σ.σ.: τα εισαγωγικά δεν έχουν μπει τυχαία!). Η βασική τεχνογνωσία τους ήταν στην ανάγνωση της προκήρυξης και αναγνώρισης πιθανών “αντιπάλων”, στη σύνταξη προσφορών που –για έργα εκατομμυρίων ευρώ– απαιτούσαν τεχνικά στοιχεία “για τον τρόπο περιστροφής του δίσκου καθώς και τα pins της θύρας εξόδου” του κάθε PC, στη γνώση του σε ποια σελίδα έπρεπε να είναι κάθε τυπικό έγγραφο (έτσι ώστε να υπάρχει η δυνατότητα αποκλεισμού  “λόγω παρατυπίας”, κάθε πιθανoύ ανταγωνιστή). Βασικός στόχος ένας: η κατακύρωση του έργου και η εξασφάλιση τζίρου. Γιατί η υλοποίηση, ενέπιπτε στις γνωστές σε όλους διαδικασίες που τηρούσε το ελληνικό δημόσιο κατά την ανάθεση / υλοποίηση / παραλαβή έργων.

Την ίδια χρονική περίοδο, οι εταιρίες λογισμικού έκαναν μια –τη μόνη ίσως– συστηματική και τεχνολογικά αποδοτική (σ.σ. τεχνολογικά αποδοτικός: διαδικασία που αξιοποιεί το στελεχιακό δυναμικό για τον σχεδιασμό και την ανάπτυξη καινοτόμων προϊόντων που καλύπτουν συγκεκριμένες, υπαρκτές ανάγκες καταναλωτών ή / και επιχειρήσεων) κίνηση.  Βλέποντας τις πωλήσεις λογιστικών πακέτων να φθίνουν, στράφηκε προς τις μεγάλες επιχειρήσεις και παρουσίασε προϊόντα κατηγορίας Εnterprise Resource Planning (ERP). Η διορατικότητα αυτής της στροφής καταδείχθηκε από την εξαγορά της Βέλγικης BaaN –μιας από τις πλέον διάσημες στο διεθνή χώρο εταιρίες- από την ελληνική Singular.

XAA και ΧΑθηκε η μπάλα…
Στα τέλη του 1990 στο κάδρο μπήκε και το Χ.Α.Α. Οι επιχειρηματίες διείδαν και δεύτερο πακτωλό χρημάτων, αυτά των επενδυτών. Ο τζίρος –που προέρχονταν από τα παραπάνω έργα και τις πωλήσεις λογισμικού– ήταν πλέον απαραίτητος όχι για τη δημιουργία υγιούς βάσης πελατών και καινοτομικών προϊόντων, αλλά για την ανάρτηση στο ταμπλό. Εκεί κυριολεκτικά “χάθηκε η μπάλα”.

Για την “τιμή στο ταμπλό”, η παρακολούθηση των τεχνολογικών εξελίξεων και η υιοθέτηση των καλύτερων από αυτές, ήταν πάρεργο, με το κύριο ενδιαφέρον να είναι οι εξαγορές και συγχωνεύσεις.

Τότε ήταν που έγιναν πράγματα για γέλια και για κλάματα: οι “παντοπώλες” εξαγόραζαν κάθε “ψιλικατζίδικο” και υπόσχονταν δεκαπλασιασμό τζίρου και οι εταιρίες λογισμικού συγχωνεύονταν αδιαφορώντας για συνέργειες, συμβατές τεχνογνωσίες, “χημείες” και ομαδοποίηση γραμμών ανάπτυξης. Ενδεικτικό πως τότε, όταν ο υπογράφων είχε προτείνει σε μεγάλη εταιρία λογισμικού τη δημιουργία εταιρικής οντότητας για παροχή λογισμικού με το μοντέλο Software as a Service, ο εκπρόσωπός της είχε δείξει πλήρη αδιαφορία, γιατί ήταν σε εξέλιξη “μεγάλο deal εξαγοράς”

Όταν το πάρτι τελείωσε, όλοι κοίταγαν γύρω τους με απορία: τις επιχειρήσεις που είχαν αυξήσει το προσωπικό τους αλλά για τα “έργα του Δημοσίου”, τα δάνεια που είχαν πάρει και είχαν καταναλώσει περιμένοντας την αύξηση της απορροφητικότητας στα “πακέτα”, τους “δεινόσαυρους” με πανσπερμία δραστηριοτήτων που είχαν δημιουργήσει για τη τιμή του ταμπλό, που όμως πλέον δεν είχε καμία σημασία. Η εταιρία του παραδείγματός μας είχε εξαφανιστεί “απορροφημένη” και ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας είχε αναπτύξει δραστηριότητες Real Estate!

Η κατάληξη περιείχε πτωχεύσεις εταιριών, αποχωρήσεις στελεχών, αλλά και συγχωνεύσεις και δημιουργία νέων εταιριών. Τα προβλήματα των μεταπωλητών ουδόλως προβλημάτισαν, αφού εν μια νυκτί εμφανίστηκαν άλλες εταιρίες με καλύτερο μίγμα / στόχευση προϊόντων και καλύτερη εξυπηρέτηση. Στο θέμα των εταιριών υπηρεσιών και λογισμικού, οι εξελίξεις ήταν διαφορετικές: η παντελής έλλειψη έργων οδήγησε σε απολύσεις έμπειρων στελεχών και η γενικότερη οικονομική αβεβαιότητα σε περιορισμό των όποιων πλάνων ανάπτυξης.

Λογισμικό: Η νέα “βαριά βιομηχανία” της Ελλάδας!
Στις αρχές ενός νέου χρόνου, στην απαρχή μιας νέας δεκαετίας, οι παραπάνω εμπειρίες πρέπει να αξιοποιηθούν τα μέγιστα. Οι “τζίροι” και τα “έργα” μας τελείωσαν. Ήρθε η ώρα να αναγνωρίσουμε τα μοναδικά πλεονεκτήματα που διαθέτει η αγορά ΤΠΕ στην χώρα μας, να διαμορφώσουμε συγκεκριμένη πορεία, με οριοθετημένους στόχους και συγκεκριμένη υλοποίηση. Στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή και με τις δεδομένες συνθήκες, πιστεύω πως η μεγάλη ευκαιρία όχι της αγοράς μόνο, αλλά της ελληνικής οικονομίας στο σύνολό της, είναι να κάνει το ελληνικό λογισμικό αναγνωρίσιμο και αποδεκτό σαν προϊόν συγκεκριμένης ποιότητας.

Οι λόγοι προκύπτουν από τη μέχρι σήμερα εξέλιξη της αγοράς και στο μεν τομέα των προϊόντων δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα περισσότερο από απλή εμπορία, μια διαδικασία που ελάχιστη τεχνογνωσία απαιτεί. Στον τομέα του λογισμικού όμως, διαθέτουμε σημαντικά πλεονεκτήματα:

  • Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα που παράγουν πραγματικά αποδοτικά στελέχη, που –όπως έχουμε διαπιστώσει στην ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ Α.Ε.-  η μόνη τους έλλειψη είναι η “επιχειρησιακή εμπειρία”, κάτι πολύ λογικό.
  • Mια μεγάλη κοινότητα ικανότατων μηχανικών λογισμικού και διαχειριστών έργων (γιατί ακόμα και στα έργα του Δημοσίου, οι τεχνικοί και μηχανικοί εργάζονταν με στόχο την ποιότητα και αρτιότητα του παραδοτέου, αδιαφορώντας για τις προαναφερθείσες διαδικασίες), που μπορούν να αναπτύξουν υψηλής ποιότητας προϊόντα λογισμικού (τυποποιημένα ή κατά παραγγελία) και σε λογικό κόστος.
  • Εταιρίες που έχουν υλοποιήσει μεγάλα, επιχειρησιακά κρίσιμα έργα και έχουν αναπτύξει σημαντικής τεχνογνωσίας ομάδες τεχνικών (όχι υποχρεωτικά οι “μεγάλες και γνωστές”), που δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από τους ξένους συναδέλφους τους.
  • Εταιρίες που έχουν αναπτύξει, εγκαταστήσει και υποστηρίζουν, προϊόντα τους εκτός συνόρων, με προτυποποιημένες διαδικασίες και καινοτόμες υπηρεσίες.

Για όσους σκέπτονται πως το κόστος είναι ακριβότερο από αυτό των Ινδών και Πακιστανών μηχανικών, η απάντηση είναι να ερευνήσουν τον λόγο “ποιότητα / κόστος”. Και να προσθέσουν το κόστος “διαχείρισης έργων”, που αποτελεί σημαντικό τμήμα του “συνολικού κόστους” και δε προσφέρεται στις παραπάνω χώρες. Και να λάβουν υπόψη την "ευρωπαϊκή νοοτροπία" που διαθέτουν οι έλληνες μηχανικοί.

Έχοντας σαν δεδομένο πως η χώρα μας έχει σημαντικά πλεονεκτήματα στο τομέα παροχής υπηρεσιών, οι υπηρεσίες σε τεχνολογία αιχμής γίνονται στρατηγικής σημασίας. Αρκεί να τις αντιμετωπίσουμε εμείς πρώτα σαν τέτοιες. Και η αρχή πρέπει να γίνει από τις ίδιες τις εταιρίες: να αναγνωρίσουν τους τομείς που θέλουν να δραστηριοποιηθούν και να δημιουργήσουν ομάδες και προϊόντα ανάλογης ικανότητας και ποιότητας.

Η συνέχεια ανήκει στους φορείς, από τον Σ.Ε.Π.Ε. μέχρι τους αντίστοιχους δημόσιους, με στόχο να δημιουργηθεί μια αναγνωρίσιμη αγορά ελληνικού λογισμικού, που θα είναι συνώνυμο με χαρακτηριστικά ποιότητας τεχνικής αρτιότητας και συγκεκριμένων υπηρεσιών υποστήριξης. Με στόχο την ολοκληρωμένη προώθηση, να αναπτυχθούν σήματα, λογότυπα, mottos και να χαραχθούν ολοκληρωμένες προωθητικές ενέργειες. Με συγκεκριμένη στόχευση σε αγορές ή με στοχευμένες κινήσεις σε όλες τις αγορές, το ελληνικό λογισμικό να αποκτήσει μια διακριτή, προνομιούχα θέση στη διεθνή αγορά.

Μια θέση που θα αξιοποιήσουν υπηρεσίες και προϊόντα ελληνικών εταιριών, για να προσεγγίσουν νέες αγορές και πελάτες. Με αυτό τον τρόπο το ελληνικό λογισμικό θα ισχυροποιηθεί, θα αξιοποιήσει όλο και περισσότερα στελέχη (που σε διαφορετική περίπτωση θα έφευγαν από τη χώρα), θα δημιουργήσει ισχυρότερες εταιρίες και θα αποτελέσει ένα σημαντικό τομέα της εθνικής οικονομίας.

Ίσως ήρθε ο καιρός να σταματήσει ο τουρισμός να αποτελεί τη μοναδική “βαριά βιομηχανία” της χώρας μας. Όπως ξέρουμε πως άλλες χώρες δεν έχουν τις “ακτές και θάλασσες” της Ελλάδας, ήρθε ο καιρός να καταλάβουμε πως επίσης άλλες χώρες δεν έχουν τους μηχανικούς και τεχνικούς με την εμπειρία, τη φαντασία και τη διάθεση για συμμετοχή σε σημαντικά έργα που σήμερα υπάρχουν στην Ελλάδα...

 

Τρύφων Σωτηρόπουλος / neo2.gr

δημοψήφισμα

Νέα επικαιρότητας: Ποιότητα ή ποσότητα;