Διαφήμιση
( 0 ψήφοι )
Ευρετήριο Άρθρου
Στην εποχή του mobility: Μεταμορφώσεις της κινητικότητας
- ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΕΣΟ
- Η ΤΡΙΤΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
- Η ΠΟΛΗ ΖΩΝΤΑΝΟ ΜΟΥΣΕΙΟ
Όλες οι Σελίδες

Η ΠΟΛΗ ΖΩΝΤΑΝΟ ΜΟΥΣΕΙΟ

Η θέαση διά γυμνού οφθαλμού θα είναι ένας μόνο από τους τρόπους αντίληψης της πραγματικότητας. Ισως ο φτωχότερος...

ΜΕΜΟΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ, ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΑΣ

http://assets.in.gr/AssetService/Image.ashx?c=13999329&r=0&p=0&t=0&q=100&v=1
Η ταινία «Blade Runner» του Ρίντλεϊ Σκοτ (1982) μας έδωσε εικόνες του μέλλοντος που τώρα πια είναι παρελθόν...

Μέχρι πριν από λίγο καιρό η ιδέα του mobility στην αρχιτεκτονική αφορούσε τέντες και κατασκευές αρκετά ελαφρές ώστε να κινούνται, να είναι φορητές ή λυόμενες. Πρόσφατες εκδόσεις για το θέμα αυτό εξακολουθούν ακόμα και σήμερα να παρουσιάζουν προκατασκευασμένα σπίτια είτε μικρές μονάδες για τον μελλοντικό νομάδα, που έρχονται να τοποθετηθούν στις οροφές κτιρίων. Ομως τα δεδομένα για το τι αφορά η κινητικότητα άλλαξαν με τις εφαρμογές της επαυξημένης πραγματικότητας στα smart phones, όπου οι αισθητήρες τους μονίμως σκανάρουν το περιβάλλον πληροφοριών γύρω μας. Η συγχώνευση των νέων media μέσα στην καθημερινότητα αντί για την αποστασιοποίησή τους από αυτήν (όπως στα virtual reality και cyberspace) φανερώνει έναν νέο τρόπο με τον οποίο θα αντιλαμβανόμαστε την αρχιτεκτονική. Και αυτός συνιστά ουσιαστικά τη νεότερη, την τρίτη φάση συνεργασίας της αρχιτεκτονικής με την ψηφιακή τεχνολογία: από την υποβοηθούμενη δηλαδή σχεδίαση με τους υπολογιστές, στη σχηματοποίηση χώρων που δεν θα ήταν δυνατό να υλοποιηθούν χωρίς τη βοήθεια των υπολογιστών, και τώρα στην τρίτη φάση όπου οι νέες τεχνολογίες δημιουργούν μια συγχώνευση αρχιτεκτονικής επιφάνειας και πληροφορίας στην οποία έχει πρόσβαση το κοινό. Από τις νέες ορολογίες – Μobile City, Μedia City, Sentient City – που πρωτοδιατυπώθηκαν για να συλλάβουν τις συνέπειες των νέων τεχνολογιών στον χώρο, άρχισε να διαφαίνεται ότι, ύστερα από καιρό, η αρχιτεκτονική – ίσως και ερήμην των κάπως βραδυκίνητων ιστορικών και θεωρητικών της – απέκτησε πρωταγωνιστικό ρόλο στις νέες τεχνολογικές και κοινωνικές εξελίξεις, ότι έγινε το πεδίο εφαρμογής τους.

Η συνεργασία της αρχιτεκτονικής επιφάνειας με τα νέα ψηφιακά μέσα επικοινωνίας είχε δρομολογηθεί εδώ και χρόνια με τα media façades, μια ειδική τάση της αρχιτεκτονικής: Κάποια χρόνια μετά την πρόταση του αρχιτέκτονα Rem Κoolhaas να ντύσει την πρόσοψη του πολιτιστικού κέντρου ΖΚΜ με ψηφιακές εικόνες, η τάση αυτή γενικεύτηκε με αναρίθμητες ιδέες «ντυσίματος» κτιρίων με εναλλασσόμενες φωτεινές οθόνες. Ακόμα και ο νυχτερινός φωτισμός των κτιρίων σταδιακά προσανατολίστηκε σε φωτεινές πηγές που άλλαζαν το χρώμα τους, αποκτώντας έτσι τον ρόλο pixels τα οποία θα μπορούσαν να σχηματίσουν μια εικόνα στην πρόσοψη του κτιρίου. Το στάδιο της Αllianz Αrena από τους αρχιτέκτονες Jacques Ηerzog & Ρierre de Μeuron – όπου η πρόσοψη αλλάζει μοτίβα φωτισμού ανάλογα με το ποια ομάδα χρησιμοποιεί το στάδιο ως έδρα της – δίνει αφορμές να οραματιζόμαστε κτίρια τα οποία θα αντιδρούν στη συναισθηματική κατάσταση των χρηστών. Στον χώρο του design, οι πρόσφατες δοκιμές είχαν μια θεατρική διάσταση αποκάλυψης: Στην πρόταση Ρrivate View (2007) του βρετανού designer Ρaul Cocksedge, μια σειρά από αντικείμενα φαίνονταν μόνο μέσα από την οθόνη του κινητού – διά γυμνού οφθαλμού το μόνο που διέκρινες ήταν μαύρες τζαμαρίες γύρω σου. Ο designer είχε δημιουργήσει «φαντάσματα» που φανερώνονταν μόνο με την τεχνολογία, σε μια «ακτινογραφία» που φανέρωνε όχι το εσωτερικό ενός σώματος αλλά τα αόρατα αντικείμενα πίσω από μια γυάλινη πρόσοψη.

Η εφαρμογή Museum of the Phantom City του iΡhone αποκαλύπτει με τη βοήθεια της επαυξημένης πραγματικότητας κάτι αντίστοιχο, την κρυφή πόλη κάτω από την ορατή: τις προτάσεις για την πόλη που δεν υλοποιήθηκαν ποτέ ή τις μελλοντικές προτάσεις για υλοποίηση. Ομοια θα μπορούσε κανείς να βλέπει την αρχική πρόταση του αρχιτέκτονα και το πώς έγινε ένα κτίριο, κάνοντας ορατή την εξέλιξη της ιδέας του. Στην οθόνη του κινητού θα μπορούσε να εμφανίζεται η αναπαράσταση ενός κτιρίου όπως ήταν στην αρχαιότητα και από την άλλη ίσως οι αρχαιολόγοι θα απάλλασσαν τους σύγχρονους αρχιτέκτονες από την πολυσυζητημένη εμμονή τους για τη διατήρηση των ερειπίων κάτω από τα νέα έργα. Το να δεις όσα νόμιζες αόρατα είχε διατυπωθεί και στο Φανταστικό Μουσείο (1965) του Αndré Μalraux όπου θα μπορούσες να δεις όλα τα εκθέματα, πέρα από τη συγκεκριμένη τους τοποθεσία σε υλοποιημένα μουσεία. Οι εφαρμογές της επαυξημένης πραγματικότητας δεν συγκροτούν μόνο μια πόλη/μουσείο αλλά θα έχουν επιπτώσεις και στις τακτικές δημοσίευσης και μονογραφίας. Μια και οι αρχιτεκτονικές προτάσεις αντί για τις «ακριβοθώρητες» σελίδες περιοδικών θα μπορούν να «ανεβαίνουν» στα κινητά πολύ πιο εύκολα, όπως ακριβώς τα γραφεία συνοικεσίων αντικαθίστανται από τις άμεσες επικοινωνίες του Facebook. Πώς λοιπόν θα διακρίνεται το «μέγεθος» και το prestige ενός αρχιτέκτονα αν μπορεί οποιοσδήποτε να ανεβάσει το δικό του έργο; Ποια είναι τα νέα όρια δημόσιου και ιδιωτικού όταν αναρίθμητοι «μάρτυρες» καταγράφουν φωτογραφίες και βίντεο σε κάθε σημείο της πόλης, μοιράζονται την εμπειρία τους αντί για την ιδιωτική αποθήκευσή της στο οικογενειακό άλμπουμ φωτογραφιών; Η εξιδανικευμένη αρχιτεκτονική χωρίς τον αρχιτέκτονα θα εκλείψει, δίνοντας τη θέση της σε μια στιγμιαία αναγνώριση, άρα και κριτική από όλους. Η επιγραφή για τον αρχιτέκτονα που είχε χαραχτεί σε μια μικρή μαρμάρινη πλάκα στην είσοδο μιας πολυκατοικίας θα γίνει ένα μικρό τμήμα του νέου – ψηφιακού – κάδρου...

Το βίντεο «Αugmented (hyper) Reality: Domestic Robocop» του Κeiichi Μatsuda δείχνει στις συνθήκες επαυξημένης πραγματικότητας μια καθημερινή σκηνή μέσα στην κουζίνα: Ο πρωταγωνιστής κινείται μέσα σε ένα πυκνό σύστημα από επιγραφές και μάρκες, μόλις όμως επιλέξει, φανερώνεται ο πραγματικός χώρος της κουζίνας μέσα στην οποία ετοιμάζει ένα τσάι. Οι κινήσεις του πρωταγωνιστή υποβοηθούνται από ψηφιακές οδηγίες, κάποια μάλιστα στιγμή η κουζίνα εξαφανίζεται και ο πρωταγωνιστής αφήνεται στιγμιαία σε μια «εξοχή» με ένα σύννεφο από μηνύματα άλλων να αιωρείται γύρω του. Από το βίντεο αυτό διαφαίνεται και η «στολή εργασίας» που θα καλύπτει τα κτίρια της πόλης, μια επιφάνεια από μάρκες, ένα είδος γοτθικής διακόσμησης που θα καλύπτει όλες τις επιφάνειες, μια παντοδύναμη γραφιστική που θα καλύπτει την αρχιτεκτονική. Σαν τις στολές ΒodywrappΙnc της εικαστικού Αnnette Μeyer που φτιάχνονταν από πακέτα, σαν τα αμαξώματα της Φόρμουλα 1 ή το φόντο πίσω από ποδοσφαιριστές και προπονητές σε συνεντεύξεις, πυκνά τυπωμένο από τα logos χορηγών. Με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο πλησιάζουμε τον κορεσμό της κτιριακής επιφάνειας από διαφημιστικές επιγραφές, τη φουτουριστική εικόνα που πρόβαλαν ταινίες όπως το «Βlade Runner» (1982) του Ridley Scott, μια αισθητική του σουπερμάρκετ. Σε αντιπαράθεση δηλαδή με τον συστηματικό «απεγκλωβισμό» της αρχιτεκτονικής από τη διαφημιστική επιγραφή που υιοθετήθηκε σε κεντρικές πλατείες όπως το Σύνταγμα – μια τακτική «ευπρεπισμού» όπου οι επιγραφές μιας Τimes Square μπορούσαν να θεωρηθούν «επιζήμιες» αισθητικά για την αντίληψη της πόλης. Ή σαν να τροφοδοτούμε την όλη φοβία για την εμπορευματοποίηση του αστικού κέντρου, φοβία που γιγαντώθηκε με την υλοποίηση πολλαπλών malls στην πόλη. Εκ των υστέρων, τα «παράθυρα» στα δελτία ειδήσεων με όλη τη βαβούρα των διαπληκτισμών τους πρέπει να ήταν μόνο η αρχή. Σταδιακά, με τα αναρίθμητα «παράθυρα» που ανοίγονται από εικονίδια στις οθόνες των υπολογιστών και στα κινητά, ο πολλαπλασιασμός οθονών έχει γίνει οικείος. Η απόσταση ανάμεσα στο αυθεντικό και την αναπαραγωγή θα ελαττώνεται ολοένα και πιο πολύ, φτάνοντας σε περίεργα υβρίδια πραγματικότητας και εικονικού όπως τα παρουσίασε η ταινία «eΧistenΖ» (1999) του David Cronenberg ή η ταινία «Τhe Game» (1997) του David Fincher.

Oι υποβοηθούμενες κινήσεις στο βίντεο του Κ. Μatsuda είναι ήδη σε εφαρμογή, στα οχήματα με τα οποία κυκλοφορούμε, στην πλοήγηση των αεροπλάνων, αλλά και στην οδήγηση ή στο παρκάρισμα στα αυτοκίνητα. Ακόμα και η θέαση του μουσείου έχει ήδη αλλάξει, μερικά χρόνια μετά την ευρεία διάδοση των ψηφιακών φυσιογραφικών μηχανών: οι περισσότεροι κυκλοφορούν μέσα στο μουσείο απαθανατίζοντας μέσα από το κλείστρο της μηχανής τους, αποθηκεύοντας ουσιαστικά τα όσα βλέπουν για μια μελλοντική στιγμή. Ουσιαστικά, παρατηρώντας τα εκθέματα μέσα από μια μηχανή, όλοι έχουν γίνει ερασιτέχνες δημοσιογράφοι, όπως το πλήθος των κινητών που ανυψώνονται για να απαθανατίσουν κάτι σημαντικό, οι αναρίθμητοι θεατές και φίλοι που μαζεύονται απέναντι από το νιόπαντρο ζευγάρι στην εκκλησία. Τη στιγμή που η όραση βρίσκεται σε μια μεταβατική περίοδο με τη διαμεσολαβημένη, τρισδιάστατη θέαση του κινηματογράφου σε ταινίες όπωςτο «Αvatar», όλα δείχνουν ότι η θέαση διά γυμνού οφθαλμού θα είναι ένας μόνο από τους δυνατούς τρόπους αντίληψης της πραγματικότητας – ίσως ο φτωχότερος μέσα σε ένα πλούσιο αστικό μουσείο...

 

Το Βήμα Ιδεών / Μάρτιος 2010



δημοψήφισμα

Νέα επικαιρότητας: Ποιότητα ή ποσότητα;