Διαφήμιση

Επικαιρότητα

( 0 ψήφοι )

Social Network Movie PosterΤον ορισμό της φιλίας έχει επαναπροσδιορίσει το Facebook, από τη στιγμή που έγινε δημοφιλές και πέτυχε ευρύτατη διείσδυση σε όλες τις ηλικίες που χρησιμοποιούν υπολογιστή ή κινητό τηλέφωνο νέας γενιάς. Φίλοι ή «φίλοι», όμως; Πόσο πραγματική είναι η φιλία με κάποιον που πατάει ένα κλικ κάνοντας «Like» σε ένα σου σχόλιο, που σε βομβαρδίζει με μηνύματα, παροτρύνοντάς σε να δηλώσεις την προτίμησή σου στις επαγγελματικές του ασχολίες, τα μουσικά και κινηματογραφικά του γούστα ή τη συναίνεσή σου σε ομάδες του τύπου «Να μαζευτούμε ένα εκατομμύριο άτομα που μας αρέσει ο Μιχάλης Χατζηγιάννης»;

Πόσο πραγματικά φίλος είναι εκείνος που δεν έχεις το τηλέφωνό του, που δεν κάνετε παρέα, που είναι φίλος ενός φίλου κάποιου φίλου σου, σε γνωρίζει από την επαγγελματική σου ιδιότητα ή απλώς έχει δει τη φωτογραφία σου και του άρεσες; Αυτή η νέα έννοια της φιλίας, εντός ή εκτός εισαγωγικών, είναι το βασικό θέμα γύρω από το Facebook, τη διασημότερη και πολυπληθέστερη σελίδα κοινωνικής δικτύωσης.

Η φιλία είναι και το βασικό θέμα γύρω από την ταινία «The social network», που αφηγείται την ιστορία της δημιουργίας του Facebook, μέσα από μια φιλία που διαλύθηκε με πολύ θόρυβο. Το «The social network», που σκηνοθετεί ο Ντέιβιντ Φίντσερ, έχει προγραμματιστεί να βγει στις αίθουσες στις αρχές Νοεμβρίου και αναμένεται να είναι ίσως η πιο ενδιαφέρουσα ταινία του πρώτου μισού της φετινής κινηματογραφικής σεζόν. Κυρίως επειδή πρόκειται για ένα θέμα μέσα στην επικαιρότητά του, πολύ φρέσκο, με τους κεντρικούς χαρακτήρες ακόμη ενεργούς. Το Facebook ιδρύθηκε μόλις το 2004 και μέσα σ’ αυτά τα έξι τελευταία χρόνια έχει ξεπεράσει τα 500 εκατομμύρια χρήστες. Ομως, όπως λέει και το διαφημιστικό σλόγκαν στην αφίσα της ταινίας, «δεν μπορείς να κάνεις 500 εκατομμύρια φίλους χωρίς να κάνεις και μερικούς εχθρούς».

Αρκετούς έκανε ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ, ένας από τους ιδρυτές του Facebook και κεντρικός χαρακτήρας της ταινίας. Ο Ζάκερμπεργκ, που γεννήθηκε το 1984, είναι ο άνθρωπος που είχε την ιδέα να δώσει στην έννοια της κοινωνικής δικτύωσης τη μορφή μιας ιστοσελίδας. Πολλοί ακολούθησαν, με πιο εξειδικευμένες ιδέες, κυρίως στην κατεύθυνση της διευκόλυνσης γνωριμιών. Το Facebook, ωστόσο, παραμένει η πιο ανοιχτή σε κάθε λειτουργία σελίδα, γι’ αυτό και η πιο επιτυχημένη. Ο Ζάκερμπεργκ ίδρυσε το Facebook μαζί με τους συμφοιτητές του Ντάστιν Μόσκοβιτς, Εντουάρντο Σάβεριν και Κρις Χιουζ, ενώ όλοι τους βρίσκονταν για σπουδές στο Χάρβαρντ. Και σήμερα παραμένει ο νεότερος δισεκατομμυριούχος στον κόσμο. Χάρις στο 24% του Facebook που του ανήκει, η περιουσία του φτάνει τα τέσσερα δισεκατομμύρια δολάρια.

Από το 2004 έως σήμερα, ο Ζάκερμπεργκ έχει περάσει από μια σειρά δικαστικών δοκιμασιών, οι περισσότερες από τις οποίες έχουν να κάνουν με τη μοιρασιά των δικαιωμάτων του Facebook. Η σελίδα άρχισε να λειτουργεί στις 4 Φεβρουαρίου του 2004, σαν μια σελίδα κοινωνικής δικτύωσης των φοιτητών του Χάρβαρντ. Ομως, ο Ζάκερμπεργκ σύντομα αποφάσισε να επεκτείνει τις δραστηριότητές του και σε άλλες σχολές, αρχίζοντας από το Στάνφορντ και συνεχίζοντας στο Ντάρτμουθ, το Κολούμπια, το NYU, το Κορνέλ, το Μπράουν και το Γέιλ. Επειτα από την επιτυχία της σελίδας, η κεντρική ομάδα του Facebook μετακόμισε στην Καλιφόρνια και έμεινε εκεί, παρά τα σχέδιά τους να επιστρέψουν στο Χάρβαρντ. Μια ομάδα άλλων φοιτητών του Χάρβαρντ μήνυσε τον Ζάκερμπεργκ, με την κατηγορία ότι τους έκανε να πιστέψουν πως θα τους βοηθούσε να στήσουν μια άλλη σελίδα δικτύωσης μέσα στο Χάρβαρντ. Η μήνυση πέρασε από πολλά στάδια, αποσύρθηκε για τεχνικούς λόγους, κατατέθηκε ξανά σε ομοσπονδιακό δικαστήριο και τελικά οι δύο πλευρές κατέληξαν σε συμβιβασμό. Η αντίπαλη πλευρά θα έπαιρνε 1,2 εκατ. μετοχές του Facebook και είκοσι εκατομμύρια δολάρια. Ομως, αργότερα, ο Ζάκερμπεργκ κατηγορήθηκε και πάλι ότι έκανε τους αντιδίκους να πιστέψουν πως οι μετοχές θα είχαν μεγαλύτερη αξία από εκείνη που είχαν πραγματικά και ότι το ποσό του συμβιβασμού έπεφτε στο 50% της αρχικής συμφωνίας.

Ο Ζάκερμπεργκ έχει γίνει το κεντρικό πρόσωπο σε μια σειρά ακόμη νομικών διεκδικήσεων, ανάμεσα στις οποίες μία έρευνα ενός Πακιστανού εισαγγελέα με την κατηγορία της βλασφημίας μέσω της ιστοσελίδας, καθώς και μια μήνυση από έναν επιχειρηματία, ο οποίος υποστηρίζει ότι επένδυσε χρήματα στις ιδέες του Ζάκερμπεργκ, με αντάλλαγμα το 50% των κερδών. Οπου υπάρχουν πολλά χρήματα και προβολή, όπως συμβαίνει με την περίπτωση του Ζάκερμπεργκ, είναι βέβαιο ότι θα εξακολουθήσουν να σημειώνονται τέτοια γεγονότα.

The Accidental Billionaires book coverΗ ταινία, πάντως, του Φίντσερ εστιάζει στα πρώτα χρόνια του στησίματος του Facebook και στην κόντρα μεταξύ των πρώτων συνεργατών για τα δικαιώματα και τα κέρδη από τη λειτουργία της σελίδας. Ο Φίντσερ αντιμετωπίζει το θέμα περισσότερο σαν μια παράλογη κωμωδία με στοιχεία θρίλερ, γύρω από τη μανία και την απληστία με την οποία στήνονται οι επιχειρήσεις. Ενας από τους παραγωγούς της ταινίας, ο Κέβιν Σπέισι, δήλωσε ότι «το “The social network” θα είναι μάλλον αρκετά πιο αστεία ταινία απ’ ό, τι περιμένει ο περισσότερος κόσμος».

Στο καστ, τον κεντρικό ρόλο παίζει ο Τζέσι Αϊζενμπεργκ και μαζί του παίζουν ο Τζάστιν Τίμπερλεϊκ, που παίρνει πια στα σοβαρά την υποκριτική του καριέρα και μια σειρά νέων ηθοποιών, όπως η Ρούνι Μάρα και ο Μαξ Μινγκέλα. Το σενάριο βασίζεται στο βιβλίο «The accidental billionaires» του Μπεν Μέζριτς και το σενάριο γράφτηκε από τον Ααρον Σόρκιν, έναν από τους βασικούς σεναριογράφους της σειράς «Η δυτική πτέρυγα», χρησιμοποιώντας το ίδιο το Facebook σαν πηγή έμπνευσης. Χρήστες της σελίδας έδιναν τις ιδέες τους στον Σόρκιν, ο οποίος χρησιμοποίησε τη γλώσσα, τις προτάσεις και τη νοοτροπία των χρηστών προκειμένου να μπει περισσότερο μέσα στο θέμα. Ο Ζάκερμπεργκ, πάντως, δεν είναι καθόλου χαρούμενος με την ταινία. Οπως έχει δηλώσει, «θα προτιμούσα να μην κάνει κανείς μια ταινία για τη ζωή μου όσο είμαι ακόμη ζωντανός».

 

12/09/2010 - kathimerini.gr

Add a comment
( 0 ψήφοι )

mTripΑρκετοί Νεοϋορκέζοι είναι ενθουσιασμένοι με τη νέα εφαρμογή καθώς διαπιστώνουν ότι υπάρχουν αρκετά δεδομένα και ενημερώσεις όχι μόνο για πολυσύχναστα και «διάσημα» στέκια αλλά και για πιο άγνωστες γειτονιές της πόλης.

Το ότι οι έξυπνες συσκευές (smartphones) κατακτούν ολοένα και περισσότερο τις αγορές, δεν είναι κάτι καινούριο. Η ενσωμάτωση, ωστόσο, νέων τεχνολογιών και εφαρμογών είναι κάθε φορά η είδηση που συζητάται και αναπαράγεται στο ίντερνετ, σε μπλογκς, φόρουμς κ.ο.κ.

To διάσημο iPhone έχει την τύχη να φιλοξενεί προσφάτως μια εφαρμογή «ενισχυμένης» ή «επαυξημένης» (κατ’ άλλους) πραγματικότητας, το mTrip. Mε τις δυνατότητες του GPS και σε συνδυασμό με την ασύρματη διαδικτυακή πρόσβαση, το mTrip εμφανίζει στην οθόνη του κινητού πληροφορίες ανάλογα με το που «κοιτάζει» η κάμερα.

Πατώντας το σχετικό κουμπί και στρέφοντας το κινητό στην γέφυρα του Μπρούκλιν ή στο Εmpire State Building εικονίδια «ξεπετιούνται» στην οθόνη δίνοντας πληροφορίες για εστιατόρια που είναι 800 μέτρα μακριά από τον χρήστη. Τα εικονίδια «ειδοποιούν» για το αν είναι ανοιχτό το εστιατόριο και αν γίνονται κρατήσεις καθώς επίσης και για τις κριτικές των πελατών.

Αρκετοί Νεοϋορκέζοι είναι ενθουσιασμένοι με τη νέα εφαρμογή καθώς διαπιστώνουν ότι υπάρχουν αρκετά δεδομένα και ενημερώσεις όχι μόνο για πολυσύχναστα και «διάσημα» στέκια αλλά και πιο άγνωστες γειτονιές της πόλης. Οι προγραμματιστές του mTrip συνεργάστηκαν με την Sparks, έναν μεγάλο ταξιδιωτικό οδηγό που διαθέτει περιεχόμενο, κριτικές από χρήστες αλλά και προτάσεις.

Οι εφαρμογές επαυξημένης πραγματικότητας αγκαλιάστηκαν τόσο από την Apple όσο και από το λειτουργικό της Google, Android. Και οι δύο «κολοσσοί» θεωρούν ότι τέτοιες εφαρμογές είναι ολοένα και πιο αναγκαίες για τη ζωή και την συμπεριφορά των χρηστών. Ωστόσο, δεν λείπουν και οι πολέμιοι που κάνουν παράπονα ότι η διάρκεια ζωής της μπαταρίας δεν «αντέχει» τέτοιου είδους εφαρμογές την ίδια στιγμή που πολλά tags εκσφενδονίζονται στην οθόνη άναρχα προκαλώντας σύγχυση.

 

09/09/2010 - kathimerini.gr με πληροφορίες από Αssociated Press

Add a comment
( 0 ψήφοι )

μάτιΕπειτα από μία δεκαετία οικουμενικής χρήσης το ίντερνετ εμφανίζει το πρώτο του πραγματικό πρόβλημα: Τη διαχείριση του ψηφιακού μας παρελθόντος. Κάποιοι μάλιστα προβλέπουν ότι στο μέλλον οι άνθρωποι θα αλλάζουν ακόμα και όνομα για να γλιτώσουν από αυτό...

Ηταν νευριασμένη, βαριόταν, δεν είχε υπομονή και πάνω από όλα ήταν έφηβη. Γυρίζοντας από το σχολείο, άνοιξε τον υπολογιστή, μπήκε στο Facebook και έβγαλε το άχτι της. Εγραψε «Μισώ τη διευθύντρια» και περίμενε αντιδράσεις. Αν ήταν στο προαύλιο του σχολείου, μάλλον θα έβρισκε θετική ανταπόκριση, ίσως και να τη θεωρούσαν μετριοπαθή. Επειδή όμως εκφράστηκε σε ένα (πολύ) μεγαλύτερο κοινό, λίγες ημέρες μετά υπέστη τις αυστηρές συνέπειες: Αποβλήθηκε διά παντός από το συγκεκριμένο σχολείο. Το περιστατικό συνέβη πριν από έξι μήνες στη λεβεντογέννα Κρήτη και απέδειξε ότι τίποτε δεν μένει κρυφό όταν μιλάει ο ψηφιακός εαυτός μας.

Η κατάσταση είναι χειρότερη στη λιγότερο ανεκτική Πενσυλβανία των ΗΠΑ. Και φανταστείτε ότι σε αυτήν την περίπτωση δεν μιλάμε καν για μίσος, αλλά για μια απλή επίδειξη. Η Στέισι Σνάιντερ, μια συνηθισμένη αμερικανίδα φοιτήτρια, παρουσιάστηκε στη σελίδα της στο MySpace με τον τρόπο που το κάνουν οι περισσότεροι αμερικανοί φοιτητές: Ανέβασε μία φωτογραφία που την απεικόνιζε να πίνει κάτι απροσδιόριστο από ένα ποτήρι, με τα μάτια γλαρωμένα, σε πάρτι κάποιας αδελφότητας. Φορούσε ένα καπέλο πειρατή και γι’ αυτό ονόμασε με ειλικρινή, επιδεικτική διάθεση τη φωτογραφία «Ο μεθυσμένος πειρατής». Αυτή η μετεφηβική, μεθυσμένη ανεμελιά ήταν το μεγαλύτερο λάθος της ενήλικης ζωής της. Τρία χρόνια μετά, ο πρύτανης του Πανεπιστήμιου Μίλερσβιλ ενημερώθηκε για την ύπαρξη της ξεχασμένης φωτογραφίας από έναν ηθικολόγο ανταγωνιστή της, έναν τύπο που απλώς μετέφερε την πληροφορία, και αρνήθηκε να της δώσει πτυχίο δασκάλας. «Με τέτοια δημόσια εικόνα δεν μπορεί να διδάσκει σε παιδιά» ήταν το σκεπτικό του. Η Σνάιντερ πλέον εργάζεται –ίσως με εκδικητική διάθεση– ως υπεύθυνη ανθρώπινου δυναμικού, ωστόσο διαβάζοντας τις ειδήσεις ίσως και να αισθάνεται ευτυχής. Εκείνη τουλάχιστον δεν συνελήφθη.

Οπως ο 26χρονος Πολ Τσίμπερς, ένας από τους εκατοντάδες ταλαιπωρημένους επιβάτες του αεροδρομίου «RobinHood» στο Ντόνκαστερ της Βρετανίας. Οταν έμαθε ότι το αεροδρόμιο είχε κλείσει λόγω θύελλας, μπήκε στο Twitter και έγραψε «Το αεροδρόμιο έκλεισε. Πετάω σε μία εβδομάδα. Αν δεν ανοίξει άμεσα, θα το ανατινάξω». Μία εβδομάδα μετά, όταν πήγε στο αεροδρόμιο, δεν ανατίναξε τίποτε. Απλώς συνελήφθη και ανακρίθηκε για επτά ώρες από την αστυνομία. Αφέθηκε ελεύθερος με συστάσεις και πολλές δεύτερες σκέψεις για το πόσο ομιλητικός και ελεύθερος μπορείς να νιώθεις από το σκοτεινό δωμάτιό σου, την ώρα που μιλάς όχι μόνο στους φίλους σου, αλλά σε όλον τον κόσμο.

Τα παραδείγματα είναι τόσο πολλά όσο και το μέγεθος του ίντερνετ –ίσως και της σοβαροφάνειας ενός όλο και πιο φοβισμένου, όλο και πιο συντηρητικού κόσμου. Υπάρχουν δεκάδες άνθρωποι που έχασαν τη δουλειά τους επειδή έγραψαν «βαριέμαι οικτρά...» στο status τους στο Facebook. Υπάρχει επίσης η περίπτωση του 66χρονου ψυχοθεραπευτή που όταν προσπάθησε να μπει στις ΗΠΑ από τον Καναδά, του απαγορεύτηκε διά παντός η είσοδος στη χώρα, επειδή μια απλή αναζήτηση του ονόματός του στο Google έφερε στην επιφάνεια τα επιστημονικά πειράματα που είχε κάνει με LSD τη λιγότερο περίπλοκη δεκαετία του 1960. Και αν όλα αυτά φαίνονται μακρινά από την ελληνική πραγματικότητα, υπάρχουν και άλλες ελληνικές ιστορίες, παρόμοιες με αυτήν της παρορμητικής έφηβης από την Κρήτη. Οπως του γενικού γραμματέα που επιλέχθηκε από τον Γιώργο Παπανδρέου, αλλά έμεινε στη θέση του μόνο μία ημέρα, επειδή αποκαλύφθηκαν στον λογαριασμό του στο Facebook εκφράσεις κάθε άλλο παρά πολιτικώς ορθές. Οπως της αστυνόμου που αποτάχθηκε επειδή ανέβαζε φωτογραφίες «σε αναξιοπρεπή και ανάξια συμπεριφορά για την ιδιότητά της», σύμφωνα με το αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας. Και να πει κανείς ότι δεν τους είχαν προειδοποιήσει...

Με τον στόμφο του πραγματικού πλανητάρχη και τον κυνισμό που «επιβάλλεται» να συνοδεύει το 55χρονο αφεντικό της Google, ο Έρικ Σμιντ μίλησε πρόσφατα στη «WallStreetJournal» και προέβλεψε: «Στο μέλλον θα πρέπει να θεσπιστούν κανόνες ώστε ένας έφηβος να μπορεί να αλλάζει το όνομά του μετά την ενηλικίωση. Είναι ο μόνος τρόπος για να αποστασιοποιηθεί από διάφορες ταπεινωτικές για την ενήλικη ζωή του φωτογραφίες που είναι στατιστικά βέβαιο ότι θα αναρτήσει σε κάποια υπηρεσία κοινωνικής δικτύωσης». Στη συγκεκριμένη συνέντευξη οι περισσότεροι στάθηκαν στις αμετροεπείς, αλλά όχι και τόσο μακρινές από την πραγματικότητα δηλώσεις του «οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ρωτάνε το Google, αλλά θέλουν το Google να τους πει τι να ρωτήσουν», «στο μέλλον, κανείς δεν θα μπορεί να κρυφτεί από το Google. Θα ξέρουμε ποιοι είναι, τι κάνουν στη ζωή τους, ποιους φίλους έχουν και θα τους λέει πότε να ψωνίσουν και τι». Οταν ο δημοσιογράφος τόλμησε να τον ρωτήσει για ποιον λόγο θα έπρεπε κάτι κακό να κυνηγάει κάποιον σε όλη του τη ζωή, η απάντηση ήταν τόσο ψυχρή όσο αναμενόταν από έναν από τους πιο δυνατούς ανθρώπους στον κόσμο: «Αν δεν θέλεις να μαθευτεί κάτι που έχεις κάνει, καλύτερα να μην το έκανες από την αρχή».

Ολα αυτά είναι αρκετά οργουελικά, ανησυχητικά και σχεδόν τρομακτικά για το μέλλον. Ο σκοπός όμως δεν είναι η κινδυνολογία και ο φόβος σχετικά με το ίντερνετ που αποδεδειγμένα έχει να προσφέρει περισσότερο θετικά, παρά αρνητικά. Αλλωστε, η κακή φήμη δεν είναι ένας νέος φόβος. Οι κίνδυνοι σπίλωσης της υστεροφημίας υπήρχαν πολύ καιρό πριν από το ίντερνετ. Οταν ο Γουίνστον Τσόρτσιλ διαπίστωνε ότι ένα ψέμα έχει κάνει τον γύρο του κόσμου προτού καν η αλήθεια βάλει το παντελόνι της, δεν εννοούσε τις υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης, αλλά το πατροπαράδοτο κουτσομπολιό. Τώρα όμως η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Σίγουρα δεν γίνεται να απομακρυνθεί κανείς από τον υπολογιστή του. Ισως όμως θα πρέπει να σκεφτεί το manual λειτουργίας του με άλλον τρόπο. Υπάρχουν σχετικοί καθοδηγητές.

Σε ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα στις ΗΠΑ με τον σαφή τίτλο «Delete: Η δύναμη της λήθης στην ψηφιακή εποχή», ο Βίκτορ Μάγερ Σόνεμπεργκ εντοπίζει τη σημασία του να «...σβήνει κάποιος τις μνήμες που έχει δημιουργήσει στην ψηφιακή εποχή. Η σημασία είναι παρόμοια και στην κανονική κοινωνία, αλλά η περιορισμένη μνήμη του ανθρώπινου εγκεφάλου έδινε μέχρι στιγμής τη δυνατότητα στον άνθρωπο να αλλάξει, να κρυφτεί, να μετανοήσει. Στην ψηφιακή εποχή, αν δεν γίνει κάτι δραστικό, μια παλιά αμαρτία θα κρέμεται πάντα, ανεξίτηλα και απειλητικά, πάνω από το κεφάλι του».

Στην ιστορία του ανθρώπινου γένους η σημασία του να επανεφεύρεις τον εαυτό σου ήταν μόνιμη. Παλαιότερα, μια μετανάστευση, μια μετακόμιση σε άλλη περιοχή ή πόλη, μπορούσαν να οδηγήσουν έναν άνθρωπο να δημιουργήσει τον νέο – βελτιωμένο, χειρότερο ή απλώς ανανεωμένο – εαυτό του. Πλέον, η χιλιομετρική απόσταση δεν παίζει ρόλο. Με μια μηχανή αναζήτησης όλα είναι συγχρόνως πιο εύκολα και πιο περίπλοκα. Ειδικά στην εποχή που οι άλλοτε συντηρητικοί με τη δημόσια ηλεκτρονική εικόνα τους άνθρωποι όλο και πιο εύκολα απαντούν στις επιτακτικές ερωτήσεις του Facebook (Τι σκέφτεστε;), του Twitter (Τι κάνεις τώρα;), του Foursquare (Πού είστε;) αλλά και όλο και περισσότερων ιστοσελίδων κοινωνικής δικτύωσης. Ερωτήματα που αφορούν τις πολιτικές απόψεις, τη διάθεση, τη δουλειά, το τι έφαγαν για μεσημεριανό, ακόμη και πόσες μπίρες ήπιαν σε εκείνο το beachbar, απευθύνονται σε χρήστες όλο και πιο πρόθυμους να απαντήσουν.

Οι φωνές αντίδρασης δεν είναι ιδιαίτερα δυνατές. Εκφράζουν όμως μια διορατική εικόνα του φαινομένου. Ερευνητές στο Πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον δουλεύουν πάνω σε μια εφαρμογή που ονομάζεται Vanish (εξαφάνιση), η οποία έχει στόχο να αναζητεί το παρελθόν του χρήστη, τις φωτογραφίες, τα e-mail, τις συναλλαγές και όλο το αρχειακό υλικό που αποθηκεύεται στους δίσκους κάθε site, τo οποίo είχε επισκεφθεί επώνυμα, και να τα σβήνει, παραδίδοντας τον πολίτη λευκό στο ενδεχόμενο να καθορίσει το μέλλον του, μακριά από το ενοχλητικό παρελθόν του.

Για πρώτη φορά, ο άνθρωπος δεν κρίνεται από αυτά που φοράει, από αυτά που λέει, από τον τρόπο με τον οποίο κινείται και φέρεται, αλλά και από τη φήμη του, που δεν εξαρτάται απαραίτητα από όσα ο ίδιος έχει εκθέσει για τον εαυτό του. Στο πραγματικό Ελ Ντοράντο που είναι ο κόσμος του ίντερνετ, η δράση φέρνει αντίδραση και επιχειρηματικές ευκαιρίες. Οπως τις δεκάδες εταιρείες «διαχείρισης της ιντερνετικής φήμης» που έχουν ξεπηδήσει, επιβιώσει και ορισμένες φορές γιγαντωθεί. Η πιο διαδεδομένη από αυτές είναι ο ReputationDefender (υπερασπιστής φήμης), που με ένα λογικό ποσό αναλαμβάνει να σβήσει, να γράψει ή απλώς να διορθώσει οτιδήποτε έχει γραφτεί για τον ενδιαφερόμενο πελάτη στο Intenet. Με την υστερία στην Αμερική να εξαπλώνεται, με τους υπεύθυνους ανθρώπινου δυναμικού να ζητάνε από τους υποψήφιους υπαλλήλους να ανοίξουν μπροστά τους τη σελίδα τους στο Facebook, η εταιρεία έχει διαρκώς αυξανόμενη φήμη. Με ένα ποσό που ξεκινά από τα 10 δολάρια στις απλές περιπτώσεις, ο ReputationDefender αναλαμβάνει να εντοπίσει τα αρνητικά που έχουν γραφτεί στο Διαδίκτυο και είτε ζητεί να σβηστούν είτε τα ωθεί στις πίσω σελίδες του, έτσι ώστε στην πρώτη αναζήτηση να προκύπτει θετική εικόνα.

Στην Ελλάδα τι ακριβώς συμβαίνει; Ο Μανώλης Σφακιανάκης, διευθυντής του δραστήριου Τμήματος Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, έχει ορισμένες απαντήσεις: «Η νομοθεσία είναι συνήθως πιο πίσω από την τεχνολογία. Μερικές φορές η αλόγιστη χρήση του Facebook και η δημοσιοποίηση φωτογραφιών μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να σχηματίσουν κάποιοι γνώμη. Μόνο γνώμη, όμως. Ο νόμος περί προσωπικών δεδομένων τιμωρεί όσους καταστρατηγούν και εκμεταλλεύονται οτιδήποτε υπάρχει στο ίντερνετ χωρίς την έγκρισή τους. Το μυστικό είναι η καταγγελία: Για οτιδήποτε αντιληφθεί οποιοσδήποτε δεν πρέπει να ντραπεί να έρθει σε επικοινωνία με την Aστυνομία».

Εκτός από τον νόμο, όμως, υπάρχει και ο (ενίοτε πιο αυστηρός και πάντα πιο εύκολο να εφαρμοστεί) νόμος της αγοράς. «Στην Ελλάδα η διαχείριση δικτυακής φήμης των μεγάλων εταιρειών είναι ανύπαρκτη» διαπιστώνει ο Γιώργος Χαραλαμπάκης, ειδικός στο μάρκετινγκ του Ιnternet. «Με μία απλή αναζήτηση των μεγάλων ελληνικών brands στο Google, μπορεί να διαπιστώσει κανείς ότι την ώρα που μεγάλες εταιρείες δίνουν σημαντικά ποσά στη διαφήμιση, υπονομεύονται από τα ελεύθερα και ενδεχομένως κακόβουλα σχόλια του ίντερνετ. Το ίδιο ισχύει και για πολιτικούς οι οποίοι, φτιάχνοντας ένα site, νομίζουν ότι διείσδυσαν στην ψηφιακή εποχή».

Το τελικό συμπέρασμα παραμένει τόσο χαώδες όσο και το ίδιο το Διαδίκτυο. Τόσο αχανής ψηφιακός χώρος και τόσο μικρή απόσταση από το ιδιωτικό στο δημόσιο. Το μόνο σίγουρο είναι ότι, προτού δημοσιευτεί εκείνη η φωτογραφία ενός μεθυσμένου εαυτού από τις ανέμελες διακοπές, ίσως θα πρέπει να υπάρξει περισσότερη σκέψη και λιγότερος ενθουσιασμός. Εκτός από την υστεροφημία, θα έκανε καλό και στην αισθητική μας...

 

05/09/2010 - BHMagazino, τεύχος 516

 

Διαβάστε επίσης:

 

 
Add a comment
( 0 ψήφοι )

Η Symantec ανακοίνωσε την περασμένη Τετάρτη ότι τα δύο τρίτα των χρηστών του Διαδικτύου σε παγκόσμιο επίπεδο, έχουν πέσει θύματα διαδικτυακής απάτης. Η Κίνα βρίσκεται στην κορυφή των χωρών με τα περισσότερα θύματα, με το 83% των χρηστών να έχουν «χτυπηθεί» μία φορά τουλάχιστον από κάποιον ιό, κλοπή προσωπικών δεδομένων, στοιχεία πιστωτικών καρτών και άλλες αντίστοιχες απάτες, σύμφωνα με την Norton Cybercrime Report.

cybercrime report

Στη δεύτερη θέση βρίσκονται η Βραζιλία και η Ινδία, με 76%, ενώ οι ΗΠΑ βρίσκονται στην τρίτη θέση με 73%. Αξιοσημείωτο στοιχείο που προκύπτει από τη μελέτη είναι ότι τα θύματα σπάνια απευθύνονται στις αρχές, θεωρώντας άσκοπη μια τέτοια κίνηση. Ωστόσο, όπως αναφέρουν αναλυτές της Symantec, η καταγγελία του κυβερνοεγκλήματος είναι ιδιαίτερα κρίσιμο στοιχείο, συμβάλλοντας στη δημιουργία του προφίλ των εγκληματικών κύκλων που δρουν στο Διαδίκτυο. «Οι επιτήδειοι σκόπιμα κλέβουν μικρά ποσά για να μην εντοπιστούν από τις αρχές», εξηγεί ο Άνταμ Πάλμερ, επικεφαλής του τμήματος κυβερνοασφάλειας της Norton.

Η τάση των χρηστών να δεχτούν αυτού του είδους τις εγκληματικές ενέργειες οφείλεται εν μέρει λόγω του ότι αισθάνονται αβοήθητοι. «Είναι σαν να σε κλέβουν σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων, αν δεν ξέρεις πολλά για αυτοκίνητα δεν θα διαφωνήσεις με τον μηχανικό», σχολίασε χαρακτηριστικά ο Πάλμερ. «Οι άνθρωποι απλά αποδέχονται την κατάσταση, ακόμη κι αν είναι δυσάρεστη».

Ακόμη ένα ιδιαίτερο στοιχείο που αποκάλυψε η έρευνα είναι ότι περίπου οι μισοί ερωτηθέντες θεωρούν νόμιμο το κατέβασμα από το Ίντερνετ ενός μουσικού CD ή μιας ταινίας...

 

08/09/2010 - kathimerini.gr με πληροφορίες από Γαλλικό Πρακτορείο

Add a comment
( 1 ψήφος )

Έρευνα: Cyberpsychology, Behavior, and Social NetworkingΟσο περισσότερο χρόνο αφιερώνει κανείς στην «ενημέρωση» του προφίλ του στο Facebook, τόσο πιο... νάρκισσος και ανασφαλής είναι. Σύμφωνα με μια νέα έρευνα, που έχει πυροδοτήσει ποικίλες αντιδράσεις, τόσο η συχνότητα της χρήσης της δημοφιλέστερης ιστοσελίδας κοινωνικής δικτύωσης όσο και η επίμονη επανάληψη συγκεκριμένων ενεργειών στο Facebook αποκαλύπτουν κρυμμένες πτυχές της ψυχοσύνθεσης των χρηστών.

Οπως υποστηρίζει η Σοράγια Μεχντιζαδέχ, επικεφαλής της επιστημονικής ομάδας του Πανεπιστημίου Γιορκ του Καναδά, όταν συνδέεται κανείς στο προφίλ που διατηρεί στο Facebook είναι σαν να κοιτάζεται στον καθρέφτη. Επομένως, κάθε φορά που «ενημερώνει» τη σελίδα του είναι στην πραγματικότητα σαν να «καλλωπίζει» τον εαυτό του.

Σύμφωνα με την επιστημονική έρευνα -στην οποία συμμετείχαν 100 φοιτητές από 18 έως 25 χρόνων- οι άνδρες συνηθίζουν να «φτιάχνουν» τη διαδικτυακή τους εικόνα ανεβάζοντας συχνά γραπτά σχόλια, ενώ οι γυναίκες έχουν την τάση να επιλέγουν προσεκτικά τις φωτογραφίες τους (και να προσθέτουν καινούργιες σε τακτά χρονικά διαστήματα).

Οπως αναφέρεται στην έρευνα, που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Cyberpsychology, Behavior and Social Networking, οι εθελοντές που συμμετείχαν στη μελέτη κλήθηκαν να απαντήσουν σε σειρά ψυχολογικών τεστ. Τα αποτελέσματα αυτών οδήγησαν την ομάδα της Μεχντιζαδέχ στο συμπέρασμα ότι «όσοι επιδείκνυαν είτε μεγαλύτερο ναρκισσισμό είτε μεγαλύτερη ανασφάλεια ήταν και αυτοί που είχαν την τάση να χρησιμοποιούν πιο συχνά το Facebook».

Οπως επεσήμανε η ερευνήτρια, παρά το γεγονός ότι μπορεί να ακούγεται «αντιφατικό» να είναι κανείς νάρκισσος και ανασφαλής ταυτόχρονα, στην πραγματικότητα το ένα δεν αποκλείει το άλλο.

Αμυντική στάση
«Συνήθως», υποστηρίζει η επιστήμονας, «η τάση που έχει κανείς να προβάλλει υπερβολικά τον εαυτό του κρύβει βαθιά ανασφάλεια». Λίγο μετά τη δημοσιοποίηση της μελέτης, επικεφαλής της επιστημονικής ομάδας εξέφρασε την πεποίθηση πως «είναι πολλοί που θα σπεύσουν να επικρίνουν τα αποτελέσματά της», καθώς, όπως υποστηρίζει, «η πλειονότητα των ανθρώπων υιοθετούν μια αμυντική στάση όταν πρόκειται για έρευνες που αφορούν και τους ίδιους».

Οπως επισημαίνει, «η αντανακλαστική αντίδραση των περισσότερων χρηστών της ιστοσελίδας στους οποίους έδειξα τα συμπεράσματα της έρευνας ήταν να μου πουν πως κάνω λάθος και πως δεν χρησιμοποιούν το Facebook για τους λόγους που αναφέρω».

Υπενθυμίζεται ότι ο αριθμός των χρηστών της ιστοσελίδας κοινωνικής δικτύωσης ξεπερνάει τα 500 εκατ. παγκοσμίως και σχεδόν η πλειονότητα των ερευνών που έχουν διεξαχθεί γύρω από τους χρήστες του έχει αμφισβητηθεί έντονα.

 

10/09/2010 - ethnos.gr

Add a comment

δημοψήφισμα

Νέα επικαιρότητας: Ποιότητα ή ποσότητα;